Sunday, April 23, 2023

Writing for the community––Stephanos Papadopoulos’s “Black Sea” (2012) [Ethos magazine (Columbus, OH)].

The Poet in History: Speaking Unspeakable Suffering

I’m a name they never spoke, I stepped from the ashes blind, deaf and dumb to what they saw, still a witness / by some force that drags me toward hills with nothing / but the shards of words passed on, the crumbling photographs, / the tears that slid from my father and grandfather / through the huge black eyes of paintings and into mine; / that weep when the light breaks on these imaginary cliffs.

We read these lines in the Epilogue which concludes Stephanos Papadopoulos’s “Black Sea” (2012). The poem place the speaker of the poem (“I stepped from the ashes”) in relation to family trauma (“the tears that slid from my father and grandfather”) as well as his ancestors whose feelings and experiences are irretrievably lost to him. Standing “blind, deaf and dumb to what they saw,” the speaker nevertheless is “still a witness” of a family past traced in family lore (“shards of words”), “crumpling photographs,” and paintings evoking their ordeal.

This bleak past, so distant yet so vivid in memory, refers to the traumatic experience of the Pontic Greeks who were caught in a series of devastating historical conflicts during WWI (1914-1917) as well as the Greco-Turkish war and its aftermath (1919-1922). They were targeted and ultimately forced out from their ancestral lands carrying with them memories of unspeakable loss.

How does a poet evoke this traumatic past? In his collection, Papadopoulos (b. 1976) raises the question of his role as a poet in this history of suffering. A descendant of a family defined by the trauma of the Pontic displacement, he feels the urgency to tell the story. But how can his writing do justice to the enormity of the devastation?

Papadopoulos, a North Carolina-born and acclaimed poet, seeks the answer by venturing into a journey, both physical and imaginative. One major source feeding his poetic imagination is family lore, passed down by his grandfather, a tobacco merchant in Samsun. Crucial to this quest is an old family photo album from the 1920s the poet discovered. “There were some recognizable family faces and lots of anonymous stares,” he indicates in an interview. Facing people caught in images but without having access to their voice leads to haunting questions: How did they experience the ordeal? What would they have shared with us if they could only speak?

But the initial writing felt too distant from the past he set out to portray. What was missing, he realized, was the physical connection to the ancestral places he longed to bring to life. To forge “his connection to the place where so many of his ancestors suffered and died,” Papadopoulos rode his motorcycle––a sort of pilgrimage––from Athens and though Anatolia, “along the southern coast of the Black Sea, exploring the villages and birthplaces” of his ancestors.”

Encountering a landscape of trauma triggers his memory and feeds his imagination. He writes in Voices:

Voices still rise from foggy hillsides / the drop and fade into the shore of this Black Sea, / …

Evoking voices from the past is Papadopoulos’s solution to speak about individuals caught in the cruel swirl of history. He invents these voices to convey the personal dramas of a wide range of characters––soldiers, priests, ordinary people, a prostitute. His sonnets do not reproduce a one-sided story of victimization. The historical fact is that all the involved armies committed unspeakable atrocities against civilians.

The starkness of its imagery makes Black Sea a difficult book to read. But it seems that one way to cope with trauma is to name trauma in its full bleakness. His characters are overwhelmed by the devastation they experienced, their memories dark. Take Alekos Remembers Smyrna:

You want to count the dead? One is too many. / You want the lesson history gave? / Each field furrow is an open grave.

Or, Stavros in Paris: Stavros carries the story in his veins / from Pontus Parisian steeple crosses / jutting like skeletons and cranes / …

Did the poet do justice to this unspeakable suffering? He is conscious of this responsibility. “If I ask myself whether I did justice to the memory of those people,” he shares with us, “I’m terrified.”

Sunday, April 16, 2023

Περί του Πολιτισμικού Μέλλοντος της Διασποράς: Ελληνοαμερικανική Κοινωνία, Δημόσια Μνήμη, Ταυτότητα

Webinar Talk, Greek History and Culture Seminars, Greek Orthodox Community of Melbourne, Australia, Fall 2022. (

Περίληψη: Ο προβληματισμός για το πολιτισμικό μέλλον αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο κάθε διασποράς. Το γεγονός ότι οι γενιές απομακρύνονται κάθε φορά από την κουλτούρα των γονιών τους και διαπραγματεύονται νέες κοινωνικές καταστάσεις εγείρει επιτακτικές ερωτήσεις για την πολιτισμική συνέχεια της ομάδας και το είδος των ταυτίσεων της νέας γενιάς. Αυτή η προβληματική με τη σειρά της ωθεί στη δημιουργία αφηγημάτων και πρακτικών με σκοπό τη διαμόρφωση του επιζητούμενου μέλλοντος. Σε αυτήν την παρουσίαση θα διερευνήσω τη διαγενεακή δυναμική στα πλαίσια της ελληνοαμερικανικής κοινωνίας. Θα εστιάσω στους τρόπους με τους οποίους διάφοροι ελληνοαμερικανικοί φορείς σήμερα στρέφονται επιλεκτικά προς το παρελθόν –την πολιτιστική κληρονομιά τους (cultural heritage)– με σκοπό να ορίσουν το μέλλον. Η ανάλυση θα βασιστεί στην προσεκτική εξέταση ποικίλων ειδών αυτοαναπαράστασης όπως είναι τα απομνημονεύματα, τα διηγήματα, τα ντοκιμαντέρ και άλλων ειδών αφηγήματα ταυτότητας. Η δημιουργία ελληνοαμερικανικής δημόσιας μνήμης με σκοπό τη διαμόρφωση πολιτισμικής ταυτότητας δεν περιλαμβάνει μόνο μία, αλλά πολλαπλές εκδοχές ταυτότητας για το μέλλον. Επομένως, στην ομιλία μου θα εντοπίσω και θα αναλύσω τα διάφορα νοήματα που προσδίδονται στην ελληνοαμερικανική ταυτότητα του εικοστού πρώτου αιώνα και θα σχολιάσω τις πολιτισμικές και τις κοινωνικές επιπτώσεις του κάθε αφηγήματος.

Είναι ιδιαίτερη τιμή και μεγάλη μου χαρά να βρίσκομαι μαζί σας, να συμμετέχω σε μια κοινότητα που λειτουργεί ως πολύτιμη γέφυρα μεταξύ του πανεπιστημίου και της ευρύτερης κοινότητας. Συμβάλλετε στην ενίσχυση της κοινωνίας των πολιτών, η οποία αποτελεί σημαντικότατο φορέα για να στοχαστούμε το παρόν και να φανταστούμε το μέλλον.

H ομιλία μου σήμερα εντάσσεται σε μια μακροχρόνια συζήτηση που βρίσκεται σε εξέλιξη. Τα ερωτήματα «ποιο είναι το μέλλον της διασποράς» και «τι σημαίνει να είναι κανείς Έλληνας της διασποράς τον εικοστό πρώτο αιώνα» απασχολούν κοινότητες, θεσμούς, πανεπιστημιακούς, οικογένειες και πολίτες. Ελκύουν επίσης το ενδιαφέρον της ελληνικής πολιτείας λόγω της πολιτικής και της οικονομικής σημασίας που έχει η διασπορά για τη χώρα.

Το θέμα του πολιτισμικού μέλλοντος μας φέρνει αντιμέτωπους με ερωτήματα τα οποία αφορούν όλους μας, ανεξαρτήτως της επιμέρους διασποράς στην οποία ανήκουμε. Πρόκειται για ερωτήματα όπως «ποιο είναι το επιθυμητό μέλλον», «ποιος το αποφασίζει», «ποια θα είναι η πηγή χρηματοδότησης», και φυσικά για την κρίσιμη ερώτηση: «τι διακυβεύεται στην επιλογή ενός μέλλοντος αντί για κάποιο άλλο εναλλακτικό του;».

Η ύπαρξη κοινών ερωτημάτων, όμως, δεν σημαίνει ότι η κάθε διασπορά διαπραγματεύεται τα επί μέρους ερωτήματα με τον ίδιο τρόπο. Οι διασπορές έχουν ομοιότητες μεταξύ τους αλλά και καίριες διαφορές. Η διαφορετική κοινωνική τους οργάνωση για παράδειγμα, η συγκεκριμένη τους ιστορία, το οικονομικό τους στάτους ή οι προτεραιότητες της κάθε ηγεσίας επιδρούν στο πώς φαντάζεται κάθε διασπορά το μέλλον της. Τι είδους ταυτότητα επιθυμεί.

Επομένως, δεν προτείνω την ελληνοαμερικανική περίπτωση ως παράδειγμα. Ο στόχος μου είναι να λειτουργήσει ως έναυσμα για περαιτέρω δημόσια συζήτηση και στα δικά μας και στα δικά σας πλαίσια, καθώς και για πανεπιστημιακό διάλογο.

Θα αναπτύξω το θέμα μου γύρω από τους εξής άξονες: Κατ’ αρχάς θα παρουσιάσω ένα ιστορικό περίγραμμα της ελληνοαμερικανικής κοινωνίας, κυρίως των δημογραφικών της στοιχείων και τη συζήτηση που εξελίσσεται σχετικά με το μέλλον της. Κατόπιν θα εστιάσω στο κυρίως θέμα μου, τον ρόλο της δημόσιας μνήμης στη διαμόρφωση του εθνοτικού μέλλοντος. Θα τοποθετήσω τη δημιουργία αυτής της μνήμης στα ιστορικά της συμφραζόμενα στην Αμερική. Θα περάσω κατόπιν στο κεντρικό επιχείρημά μου. 

Παρατηρώ ότι η δημιουργία ελληνοαμερικανικής δημόσιας μνήμης με σκοπό τη διαμόρφωση πολιτισμικής ταυτότητας δεν περιλαμβάνει μόνο μία αλλά πολλαπλές –και συχνά συγκρουόμενες– εκδοχές ταυτότητας για το μέλλον. Έτσι, λοιπόν, θα εντοπίσω και θα αναλύσω τα διάφορα νοήματα που αυτοί οι ανταγωνιστικοί τρόποι μνήμης προσδίδουν στην ελληνοαμερικανική ταυτότητα του εικοστού πρώτου αιώνα και θα σχολιάσω τις πολιτισμικές και τις κοινωνικές συνέπειες του κάθε αφηγήματος.

Ευελπιστώ με αυτόν τον τρόπο να συνεισφέρω στον ευρύτερο στοχαστικό διάλογο ο οποίος έχει συρρικνωθεί, απελπιστικά θα έλεγα, στην ελληνοαμερικανική δημόσια σφαίρα.

Ας αρχίσουμε λοιπόν με τα δημογραφικά στοιχεία.

Σύμφωνα με την απογραφή του 2000, 1.3 εκατομμύρια Αμερικανοί δηλώνουν ότι έχουν συνείδηση ελληνικής καταγωγής. Πρόκειται για μια οικονομικά εύρωστη ομάδα σε γενικές γραμμές, με υψηλή συχνότητα κολεγιακής μόρφωσης. Τα επί μέρους δημογραφικά στοιχεία καταγράφουν 200.000 μετανάστες, 400.000 γεννημένους στην Αμερική με ελληνική καταγωγή και από τις δύο πλευρές της οικογένειας, ενώ 300.000 δηλώνουν μεικτή καταγωγή (Moskos 191). Ένας από τους πιο ισχυρούς θεσμούς είναι η εκκλησία, και ως εθνοθρησκευτικός και πολιτικός θεσμός: τα στοιχεία καταγράφουν περίπου μισό εκατομμύριο μέλη στην ελληνορθόδοξη εκκλησία. Υπάρχει πληθώρα πολιτικών και πολιτιστικών οργανώσεων. Η πιο μεγάλη από αυτές είναι η διεθνική οργάνωση της ΑΧΕΠΑ. Η κοινότητα χαρακτηρίζεται από υψηλά επίπεδα διεθνικών γάμων, το 80% των γάμων που τελούνται στα πλαίσια της ελληνορθόδοξης εκκλησίας είναι μεικτοί. Η εξασθένιση στη χρήση της ελληνικής γλώσσας είναι σημαντική. Ο λόγος, μεταξύ άλλων, συνδέεται με τις αφόρητες πιέσεις για αφομοίωση στον αγγλοσαξωνικό πολιτισμό που ασκήθηκαν στους μετανάστες από τη νοτιοανατολική Ευρώπη κατά το πρώτο μαζικό κύμα της ελληνικής μετανάστευσης (1890-1924). Η Κου Κλουξ Κλαν εκείνη την περίοδο διέθετε ισχυρή πολιτική δύναμη, γεγονός που εξηγεί τον ρατσιστικό νόμο του 1924, ο οποίος μείωσε δραματικά τον επιτρεπόμενο αριθμό μεταναστών από τη νοτιοανατολική Ευρώπη.

Το δεύτερο μαζικό κύμα μετανάστευσης (1965-1980) που αφορούσε περίπου 200.000 νέους μετανάστες, συνδέεται με τη δραστική αλλαγή του μεταναστευτικού νόμου και με την παράλληλη μετατροπή της Αμερικής σε πολυπολιτισμική χώρα.

Όπως επισημαίνουν οι κοινωνιολογικές μελέτες, η ελληνοαμερικανική κοινωνία βρίσκεται πια σε μια διαδικασία σημαντικών πολιτισμικών αλλαγών. Ενώ στο πρόσφατο παρελθόν κυριαρχούσε η εκδοχή της ελληνορθόδοξης ταυτότητας –δηλαδή το ελληνικό ταυτιζόταν με την ορθοδοξία–, η σημερινή τάση οδηγεί προς τον πλουραλισμό των ταυτοτήτων. Οι γνώσεις μας για αυτό το φαινόμενο, όπως και τις ευρύτερες πολιτισμικές εξελίξεις στην κοινότητα, είναι περιορισμένες, εξαιτίας των λίγων συγκριτικά ερευνητών που ασχολούνται με το θέμα.

Tο πολιτισμικό μέλλον: Αισιοδοξία και ανησυχία

Σε αυτά τα πλαίσια, η συζήτηση για το πολιτισμικό μέλλον των Ελληνοαμερικανών τείνει να εκφράζεται μέσα από δύο αντίθετους πόλους.

Από τη μια πλευρά δηλώνεται καθησυχαστική αισιοδοξία, από την άλλη εκφράζεται ανησυχία, ακόμη και αγωνία.

Η αισιοδοξία πηγάζει κυρίως από την πολιτισμική δύναμη του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Αυτή η κληρονομιά, η οποία ιστορικά αποτελεί τον βασικό άξονα της ελληνοαμερικανικής ταυτότητας, χαίρει αναγνώρισης στην αμερικανική κοινωνία. Διδάσκεται στο πανεπιστήμιο, αποτελεί σημείο αναφοράς στην εκπαίδευση και τη δημόσια κουλτούρα, παρουσιάζεται στο θέατρο και εκτίθεται στα μουσεία. Λόγω της πολιτισμικής δύναμης που έχει επίσης ως πηγή κύρους θα συνεχίσει να τροφοδοτεί την ελληνική ταυτότητα στο μέλλον, όπως προβλέπει η αισιόδοξη τάση.

Η αισιοδοξία πηγάζει από μια πρόσθετη πηγή, από το γεγονός ότι πρακτικές που συνδέονται με την απόλαυση, όπως οι ελληνικοί χοροί, η κουζίνα, η κοινωνικότητα στις παρέες, καθώς και οι καλοκαιρινές διακοπές στα νησιά, είναι «σούπερ κουλ», όπως θα το έθετε η νέα γενιά. Σύμφωνα με ορισμένες κοινωνιολογικές μελέτες, μάλιστα, η ιταλική και η ελληνική ταυτότητα επισκιάζουν εναλλακτικές ταυτίσεις στις περιπτώσεις παιδιών από μεικτούς γάμους. Επίσης, έχει καταγραφεί πλήθος εθελοντικών πολιτισμικών οργανώσεων, γεγονός που υπογραμμίζει την ύπαρξη μιας συλλογικότητας η οποία εκφράζεται σε θεσμικό επίπεδο, και επομένως αναδεικνύει την επιθυμία για πολιτισμική συνέχεια.

Η ανησυχία από την άλλη μεριά εκδηλώνεται ως φάσμα μιας επικείμενης κρίσης. Η οικονομική επιτυχία, το υψηλό ποσοστό διεθνικών γάμων, η διαδεδομένη απώλεια της ελληνικής γλώσσας, η ανυπαρξία νέων μεταναστευτικών ροών, η μετακίνηση στα μεσοαστικά προάστεια και η συνακόλουθη χαλάρωση των κοινοτικών δεσμών, καθώς και η πολιτισμική αδιαφορία την οποία επιδεικνύει ένα τμήμα της νέας γενιάς πυροδοτούν τον φόβο μιας επικείμενης επιφανειακής πολιτισμικής ταύτισης, το αποκαλούμενο σύνδρομο «μουσακάς-μπουζούκι- συρτάκι».

Οι προφητείες για την εξασθενημένη πολιτισμική ταύτιση που αποτελεί πλέον ένα βήμα πριν από την ολική αφομοίωση ξεκίνησαν ήδη από τη δεκαετία του 1980. «Μήπως βιώνουμε το λυκόφως της εθνοτικότητας;» Αυτή είναι μια ερώτηση στην οποία απαντούν θετικά ορισμένοι μελετητές των ευρωπαίων Αμερικανών.

Είναι σημαντικό, βέβαια, να κατανοήσουμε το δημόσιο αίσθημα ανησυχίας πέρα από γενικότητες. Η ελληνοαμερικανική κοινωνία είναι ετερογενής, και η ανησυχία βιώνεται με διαφορετικό τρόπο και με διαφορετική ένταση στα διάφορα κοινωνικά στρώματα. Την έχω συναντήσει σε οικογένειες οι οποίες δεν έχουν την πολυτέλεια να ταξιδεύουν συχνά στην Ελλάδα ώστε να προσφέρουν στα παιδιά τους ευκαιρίες για πολιτισμική ανατροφοδότηση. Εκδηλώνεται έντονα επίσης σε γονείς που διαμένουν σε περιοχές με πληθυσμιακά αδύναμη ελληνοαμερικανική παρουσία.

Στο σημείο αυτό, θα ήταν εξαιρετικά χρήσιμη μια εθνογραφική ανάλυση η οποία θα εξέταζε το θέμα της παραγωγής ταυτότητας σε σχέση με τις ιδιαιτερότητες της κοινωνικοοικονομικής τάξης, της ύπαρξης διεθνικών συγγενικών δικτύων, καθώς και σε συνάρτηση με την περιοχή διαμονής.

Η αγωνία για το πολιτισμικό μέλλον στις μέρες μας, φυσικά, δεν αποτελεί ιστορική εξαίρεση. Θα έλεγε κανείς ότι είναι συστατικό στοιχείο της διασποράς. Το φάσμα ότι η κυρίαρχη κουλτούρα θα οδηγήσει τις μειονοτικές κουλτούρες σε αφανισμό –αυτό που αποκαλούμε «αφομοίωση»– διαπερνά την ελληνοαμερικανική κοινωνία καθ’ όλη τη διάρκεια της παρουσίας της στις Ηνωμένες Πολιτείες, από τις αρχές του εικοστού αιώνα μέχρι τις ημέρες μας.

Είναι απαραίτητο, βέβαια, να κατανοήσουμε την κάθε έκφραση ανησυχίας στα συγκεκριμένα ιστορικά της πλαίσια. Οι εξελίξεις αυτές στην εποχή μας διαδραματίζονται στα πλαίσια της αμερικανικής πολυπολιτισμικότητας, η οποία ενθαρρύνει την πολιτισμική διαφορετικότητα στον βαθμό που δεν απειλεί την εθνική συνοχή και τα πολιτισμικά ιδεώδη της χώρας.

Πολιτιστική κληρονομιά

Η ανησυχία για το μέλλον λειτουργεί ως δημιουργική διαδικασία· ωθεί σε ποικίλες δράσεις και παράγει πολιτιστικό έργο.

Σχετικά πρόσφατες δράσεις, για παράδειγμα, αφορούν την ενίσχυση των νεοελληνικών σπουδών στο πανεπιστημιακό επίπεδο. Επίσης, υπάρχουν προγράμματα εκπαιδευτικών επισκέψεων στην Ελλάδα που απευθύνονται σε νέους και πραγματοποιούνται από οργανισμούς όπως το National Hellenic Society και η ΑΧΕΠΑ. Άλλες μορφές με στόχο να κινήσουν το ενδιαφέρον της νεολαίας αφορούν την προσφορά υποτροφιών προς ενίσχυση των κολεγιακών σπουδών. Η στρατηγική προσέλκυσης των νέων βασίζεται στη σύνδεση της πολιτισμικής ταυτότητας με τη δημιουργία κοινωνικών και επαγγελματικών δικτύων τα οποία συμβάλλουν στην προώθηση της καριέρας τους.

Υπάρχει επίσης μια μεγάλη γκάμα πολιτιστικών δράσεων που οραματίζονται το μέλλον μέσω της στροφής προς το παρελθόν. Αναφέρονται σε ορισμένες αξίες και εμπειρίες του παρελθόντος, οι οποίες εν συνεχεία προτάσσονται ως θεμελιώδεις για το παρόν και το μέλλον.

Στην υπόλοιπη ομιλία μου θα εστιάσω ακριβώς σε αυτήν την κοινωνική πρακτική, τη δημιουργία δημόσιας μνήμης και θα αναλύσω τους τρόπους με τους οποίους χρησιμοποιείται για τη διαμόρφωση της ελληνοαμερικανικής ταυτότητας.

Δημιουργία δημόσιας μνήμης:
Από το παρόν στο παρελθόν, από το παρόν στο μέλλον

Η δημιουργία μνήμης κατακλύζει τον ελληνοαμερικανικό δημόσιο χώρο. Τη συναντάμε σε μουσεία, ντοκιμαντέρ, αυτοβιογραφίες, προφορική ιστορία, αγάλματα, αφηγήματα για την αναζήτηση της καταγωγής, ιστορικά λευκώματα των κοινοτήτων, καθώς και σε εορτασμούς εθνικών, εθνοτικών και θρησκευτικών επετείων.

Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε την αφετηρία αυτής της πυκνής παραγωγής μνήμης στο ιστορικό της πλαίσιο, το οποίο εντοπίζεται στη δεκαετία του 1960. Πρόκειται για μια ιστορική στιγμή δραματικών αλλαγών κατά την οποία η αμερικανική κοινωνία προσανατολίζεται προς την πολυπολιτισμικότητα ως κοινωνικό μοντέλο. Ο νέος προσανατολισμός επιδρά ριζικά στη σχέση της κοινωνίας με το παρελθόν. Φορείς όπως η κυβέρνηση, το πανεπιστήμιο, τα μέσα ενημέρωσης, καθώς και η πολιτιστική βιομηχανία, όπως ο κινηματογράφος και οι εκδότες, ενθαρρύνουν το κοινό να (επανα)ανακαλύψει τις εθνοτικές του ρίζες. Η δημόσια σφαίρα κατακλύζεται από σχετικές ταινίες, αυτοβιογραφίες, ντοκιμαντέρ και εθνοτικά φεστιβάλ. Το πανεπιστήμιο στρέφεται προς τη μελέτη των μεταναστών, των γυναικών και άλλων περιθωριακών ομάδων καταξιώνοντας την αναγνώριση των αποσιωπημένων ιστοριών τους. Η ανεύρεση και η δημιουργία πολιτιστικής κληρονομιάς (αυτό που αποκαλείται cultural heritage) σαρώνει την κοινωνία.

Το κύμα της πολιτιστικής κληρονομιάς εισάγει μια νέα προσέγγιση στο παρελθόν: Αν πρωτύτερα ήταν κυρίως οι ελίτ και οι επαγγελματίες ιστορικοί οι οποίοι είχαν το κύρος να αναπαραστήσουν το παρελθόν, τώρα είναι οι μετανάστες, οι γυναίκες, οι φεμινίστριες, οι εθνοτικές κοινότητες, οι ηττημένοι της ιστορίας (όπως οι αριστεροί) που αναπαριστάνουν με αυτοπεποίθηση τους εαυτούς τους. Σε αυτήν τη στροφή πυκνώνουν οι αναπαραστάσεις του παρελθόντος από μη ειδικούς· τώρα τα υποκείμενα που παράγουν γνώση για το παρελθόν, χωρίς να έχουν επαγγελματική ειδίκευση στις ιστορικές σπουδές και την ιστοριογραφία, είναι τα διάφορα ενδιαφερόμενα άτομα και ομάδες. Συλλέγουν προφορικές ιστορίες, συντάσσουν ιστορικά λευκώματα, δημιουργούν ντοκιμαντέρ, δημοσιεύουν αυτοβιογραφίες.

Είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι αυτή η στροφή προς το παρελθόν δεν χρησιμοποιείται απαραίτητα ως μέσο κατανόησης της ιστορίας, αλλά πρωταρχικά ως μέσο δημιουργίας ταυτότητας. Διαστάσεις του μεταναστευτικού παρελθόντος ανασύρονται ώστε να απαντήσουν σε ερωτήματα όπως «ποιες ήταν οι εμπειρίες που βιώσαμε, ποιες ήταν οι αξίες που μας ενδυνάμωσαν;» Η μνήμη είναι επιλεκτική. Επιλέγονται αξίες και εμπειρίες από το παρελθόν που θεωρούνται σημαντικές για το παρόν και εκφράζουν τις ανάγκες της ομάδας ή των διάφορων ακτιβιστών. Με άλλα λόγια, εκείνο που διαμορφώνει ποια στοιχεία επιλέγονται από το παρελθόν ως ταυτότητα είναι το παρόν.

Η δημιουργία δημόσιας μνήμης, λοιπόν, αποκτά τεράστια σημασία ως μέσο ορισμού της ταυτότητα της ομάδας. Η ισχύς της πηγάζει από την ευρεία παρουσία της στον δημόσιο χώρο και από την εύκολη πρόσβαση σε αυτήν μέσω της λαϊκής κουλτούρας.

Να παραθέσω ένα παράδειγμα, αυτό της πρεσβυτέρας Πετράκη. Η μετανάστρια πρεσβυτέρα έζησε από κοντά την εχθρότητα που επέδειξε η τοπική ελληνική κοινότητα σε έναν διαφυλετικό γάμο μεταξύ μιας ελληνίδας μετανάστριας, της Σοφίας, και ενός Αφροαμερικανού, του Ντένζελ, στο Σικάγο, το 1955. Η εμπειρία της, η οποία καταγράφηκε από τον γιο της, τον συγγραφέα Χάρυ Μαρκ Πετράκη, έχει ως εξής:

Η πρεσβυτέρα αισθάνθηκε την υποχρέωση να βοηθήσει τη Σοφία και τον Ντένζελ, «γιατί ένιωθε ότι αυτό ήταν το ηθικό και το φιλεύσπλαχνο που έπρεπε να κάνει». Η θρησκευτική κληρονομιά της την ώθησε να αμφισβητήσει την ιδεολογία του φυλετικού διαχωρισμού με μέτρο τη χριστιανική αγάπη. Ως προστάτιδα αυτής της θρησκευτικής ηθικής, η πρεσβυτέρα ανέλαβε να ψάλει τον εξάψαλμο στην εθνική κοινότητα των μεταναστών: «Θυμηθείτε πώς ήταν όταν έφτασαν σ’ αυτή τη χώρα οι πρώτοι Έλληνες!» υπενθυμίζει στα μέλη της ενορίας. «Πολεμήσαμε τότε την προκατάληψη που έζησαν οι δικοί μας άνθρωποι! Δεν θα έπρεπε να ξεχνάμε τους αγώνες εκείνους. Εάν δεν μπορούμε να δεχθούμε αυτούς τους νέους ανθρώπους για αυτό που είναι, δεν έχουμε το δικαίωμα να λεγόμαστε Χριστιανοί!». (

Αυτή η αντιπαράθεση έχει μεγάλη σημασία για τον σκοπό της παρουσίασής μας εδώ. Το παράδειγμα μας δείχνει ξεκάθαρα, ότι η αναφορά σε ένα συγκεκριμένο παρελθόν έχει άμεση σχέση όχι μόνο με το παρόν, αλλά και με το μέλλον. Η πρεσβυτέρα νουθετεί την κοινότητα να αλλάξει στάση, να διαμορφωθεί σε μια κοινότητα η οποία αποδέχεται τη φυλετική διαφορά χωρίς διακρίσεις στο παρόν και το μέλλον. Η θρησκευτική τους ταυτότητα τους υπαγορεύει να εφαρμόσουν την πίστη τους, να κάνουν το ιδεώδες πράξη.

Εδώ επίσης παρατηρούμε ότι η συγκεκριμένη αναφορά στο παρελθόν της μετανάστευσης έχει πολιτικές διαστάσεις. Τοποθετεί την ελληνορθόδοξη ταυτότητα στα πλαίσια ενός φλέγοντος πολιτικού θέματος, του φυλετικού ρατσισμού, και προκαλεί την κοινότητα να πάρει θέση πάνω σε αυτό στην καθημερινότητά της. Η χρήση της μνήμης για τη δημιουργία ταυτότητας είναι επομένως μια πολιτική πράξη.

Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να κρατήσουμε την εξής ιδέα: άτομα και φορείς ανασύρουν επιλεκτικά στοιχεία από το παρελθόν σύμφωνα με τις ανάγκες τους και το χρησιμοποιούν για ένα συγκεκριμένο σκοπό. Επομένως, όποτε συναντούμε το φαινόμενο της δημόσιας μνήμης εγείρονται τα εξής ερωτήματα. Για ποιον σκοπό χρησιμοποιείται αυτή η μνήμη και από ποιόν; Ποιες είναι οι πολιτικές διαστάσεις αυτής της χρήσης; Σε αυτά τα πλαίσια η μνήμη δεν είναι κάτι ουδέτερο, αλλά φορέας ιδεολογίας. Επομένως ενδείκνυται να μιλάμε όχι απλά για μνήμη, αλλά για πολιτική μνήμης.

Μνήμη, πολιτιστική κληρονομιά, ταυτότητα

Για χρόνια τώρα μελετώ τους τρόπους με τους οποίους η ελληνοαμερικανική κοινωνία στρέφεται προς το παρελθόν ως μέσο διαμόρφωσης του μέλλοντος. Είναι προφανές ότι δεν υπάρχει μία και μοναδική εκδοχή δημόσιας μνήμης, αλλά πολλαπλές και συχνά ανταγωνιστικές, ακόμα και ασύμβατες μεταξύ τους, αφηγήσεις και επομένως πολλαπλά οράματα για το μέλλον. Υπάρχουν διαφορετικές ματιές, υπάρχουν ποικίλες ιδεολογικές σκοπιές· πολλά ιστορούντα υποκείμενα, όπως θα το έθεταν οι ιστορικοί.

Οπότε, όταν στοχαζόμαστε το φαινόμενο δημόσια μνήμη στη διασπορά αναφερόμαστε σε ένα πολιτισμικό πεδίο το οποίο διατρέχεται από ανταγωνιστικές ιδεολογίες. Αυτό το πεδίο είναι ένα αγωνιστικό πεδίο, καθώς οι εκάστοτε φορείς μνήμης επιθυμούν να επικρατήσει η δική τους εκδοχή. Κάποιες από αυτές τις εκδοχές επικρατούν, άλλες πασχίζουν να καταστήσουν ορατή την παρουσία τους, άλλες περιθωριοποιούνται ή αποσιωπώνται. Να το θέσω με άλλο τρόπο: η δημόσια μνήμη είναι συνδεδεμένη με σχέσεις εξουσίας. Όπως μας υπενθυμίζει ο ιστορικός Αντώνης Λιάκος, οι εξουσίες διεκδικούν με ζήλο τι πρέπει να κατονομαστεί και τι να ξεχαστεί.

Όταν εισερχόμαστε λοιπόν στον χώρο της ελληνοαμερικανικής δημόσιας μνήμης –όπως και σε κάθε κοινωνικό χώρο μνήμης– εισερχόμαστε σε ένα ετερογενές πεδίο, στο οποίο διάφοροι φορείς με διαφορετικές ιδεολογίες αγωνίζονται να προωθήσουν τη δική τους εκδοχή για το μέλλον.

Ας ονομάσουμε αυτό το πεδίο «Παρόν–Παρελθόν–Μέλλον» και ας χαρτογραφήσουμε τα διάφορα μέλλοντα που κατονομάζουν και επιθυμούν διάφοροι ελληνοαμερικανικοί φορείς.

Η χαρτογράφησή μας δεν θα είναι τυχαία. Και βέβαια, δεν θα εξαντλήσει το θέμα μας. Θα ακολουθήσει την εξής λογική: Θα αντιπαραβάλει δύο διαφορετικούς τρόπους μνήμης για το ίδιο θέμα κάθε φορά, με σκοπό να εντοπίσει τις διαφορές αναμεταξύ τους, να κατονομάσει τις αντίστοιχες ιδεολογίες τους και να στοχαστεί τις κοινωνικές επιπτώσεις του κάθε αφηγήματος.

Θα συζητήσω τους διαφορετικούς τρόπους μνήμης για τρία θέματα. Το πρώτο εξετάζει τις αναφορές στο αρχαίο κλασικό παρελθόν, ένα στοιχείο που αποτελεί βασικό άξονα της ελληνοαμερικανικής ταυτότητας. Το δεύτερο θέμα σχετίζεται με τις αναφορές στη μεταναστευτική εμπειρία των Ελληνοαμερικανών. Τέλος, το τρίτο θέμα αφορά τη σημασία του παρελθόντος στις σχέσεις της κοινότητας με ιστορικά κατατρεγμένες ομάδες.

Θα αρχίσω την ανάλυση με το αρχαίο κλασικό παρελθόν:

Αρχαίο κλασικό παρελθόν

Στις χρήσεις αυτού του παρελθόντος διακρίνω δύο αντικρουόμενους τρόπους μνήμης.

Στην πρώτη χρήση του, το παρελθόν αυτό χρησιμοποιείται ως πολιτισμικό, πολιτικό και αισθητικό ιδεώδες· ως συνεκτικό όλον που κατέχει μία και μοναδική οικουμενική αλήθεια. Προσεγγίζεται ως πηγή καθολικών και διαχρονικών αξιών και ιδεωδών – η δημοκρατία, η ελευθερία βούλησης, η αρετή, η ομορφιά. Ο ελληνισμός σε αυτήν την εκδοχή είναι υπερβατικός και λειτουργεί έξω από την ιστορία σαν ένα αέναο πολιτικό και αισθητικό μοντέλο.

Από αυτήν την οπτική, ο πολιτισμός αυτός αποτελεί κληρονομιά μεγίστης σημασίας –μια ανεκτίμητη πηγή κοινωνικής διάκρισης και πολιτισμικού κεφαλαίου για την ομάδα– αφού συνεχίζει να αποτελεί σημείο αναφοράς του δυτικού πολιτισμού. Οι Ελληνοαμερικανοί, συνεχίζει το αφήγημα, ως φυσικοί κληρονόμοι αυτού του παρελθόντος, έχουν την υποχρέωση να το διασώσουν ως επιστάτες του, να το προστατεύσουν, να το προωθήσουν στην αρχιτεκτονική, στις τέχνες, καθώς και ως αντικείμενο πανεπιστημιακής μόρφωσης (protect, preserve, promote, PPP).

Αυτή η προσέγγιση, ας σημειώσουμε, όχι μόνο προσδίδει κύρος στην ομάδα, αλλά επιπλέον αποφεύγει τις εσωτερικές συγκρούσεις και τις αμφιταλαντεύσεις που παρουσιάζονται συνήθως στην περίπτωση των διπλών πολιτισμικών ταυτίσεων. Το αφήγημα εναρμονίζει το Αμερικανικό και το Ελληνικό ως φορείς του ίδιου συστήματος αξιών.

Στην εναλλακτική του δεύτερη χρήση, ο ελληνισμός αποτελεί μια ριζικά διαφορετική αξία. Δεν πρόκειται για τον ελληνισμό στον ενικό, αλλά για τους ελληνισμούς, στον πληθυντικό. Ο ελληνισμός αποτελεί μια ιστορική κατηγορία και συνδέεται με πολλαπλά πολιτισμικά και πολιτικά μοντέλα. Γίνεται αντικείμενο πολλαπλών ιστορικών ερμηνειών σε συγκεκριμένες κοινωνικές συγκυρίες· πρόκειται για ένα ευρύ φάσμα ιδεών από το οποίο διάφορες ομάδες ή άτομα ενστερνίζονται συγκεκριμένα στοιχεία, ερμηνεύοντάς τα με τρόπο που προωθεί τη δική τους αλήθεια. Υπάρχει ο ελληνισμός που τροφοδοτεί την ιδεολογία της δυτικής ακροδεξιάς, ο ελληνισμός των αρχών του εικοστού αιώνα που ευθυγραμμίστηκε με τον αφομοιωτικό αμερικανισμό, ο ελληνισμός του μετανάστη που αντλεί από την αρχαιοελληνική κληρονομιά ώστε να πάρει θέση ενάντια στην κοινωνική αδικία. Συναντάμε αυτήν την τελευταία προσέγγιση στην ελληνοαμερικανική λογοτεχνία και το θέατρο.

Στο διήγημα «Ο Περικλής της 31ης Οδού», (Pericles on 31st Street) του συγγραφέα Χάρυ Μαρκ Πετράκη, για παράδειγμα, o κεντρικός ήρωας, ένας έλληνας βιοπαλαιστής μετανάστης, εμπνέεται από τον Περικλή, από τη ρητορική του δεινότητα και την κριτική στάση του κατά της τυραννίας, και, παρακινημένος από το παράδειγμά του, εκθέτει και στηλιτεύει έναν μεγαλοϊδιοκτήτη που εκμεταλλεύεται τους μετανάστες, διαφορετικών εθνοτήτων ενοικιαστές του.

Σε αυτήν την περίπτωση ο ήρωάς μας υιοθετεί μια δημόσια στάση ενάντια στην εκμετάλλευση και την κοινωνική αδικία. Εδώ αυτό που αποκαλούμε «ελληνισμό» μεταφράζεται σε πράξη ενός πολίτη που μιλάει με παρρησία υπερασπιζόμενος ευάλωτες ομάδες και εκφράζει την αλληλεγγύη του προς αυτές.

Δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε το ίδιο για κάποιους οργανισμούς, οι οποίοι, παρότι προβάλλουν τα ιδεώδη του Ελληνισμού στο κέντρο της ταυτότητάς τους, αποφεύγουν να τοποθετηθούν ρητά σε θέματα συστημικής φτώχειας και ρατσισμού.

Δημόσια μνήμη, μεταναστευτικό παρελθόν και ταυτότητα

Το δεύτερο θέμα που θίγω αφορά τις αντιθετικές χρήσεις της μνήμης του μεταναστευτικού παρελθόντος που συντελούν στη δημιουργία ταυτότητας.

Μια ισχυρή τάση στην ελληνοαμερικανική κοινωνία υιοθετεί την επιλεκτική χρήση της μνήμης προκειμένου να εξυμνηθεί το παρελθόν και να εγγραφεί ως ταυτότητα στο παρόν.

Το αφήγημα αυτό εστιάζει στην εξύμνηση της σκληρής βιοπάλης των μεταναστών και στην ανάδειξη των δεινών που υπέστησαν· επαινεί την παραδοσιακή οικογένεια και τη συνοχή της, τις θυσίες των γονέων για τα παιδιά· εκφράζει θαυμασμό για την κοινωνική και οικονομική τους ανέλιξη. Αποθεώνει τον πατριωτισμό προς τη νέα πατρίδα τονίζοντας την ευγνωμοσύνη για τις ευκαιρίες που πρόσφερε. Προβάλλει τη φιλανθρωπία και την ηθική αξία της Ελληνοορθοδοξίας, η οποία συχνά ταυτίζεται με την ελληνοαμερικανική ταυτότητα. Προβάλλει τους Ελληνοαμερικανούς κυρίως ως ομοιογενή ομάδα και ως εθνοτικό πρότυπο στην αμερικανική κοινωνία.

Πρόκειται για ένα αφήγημα το οποίο έχει ευρεία αποδοχή: είναι το κυρίαρχο αφήγημα. Υποστηρίζεται από ποικίλους θεσμούς και διαχέεται στη δημόσια σφαίρα μέσα από όλα τα είδη πολιτιστικής έκφρασης –τα ντοκιμαντέρ, τα αγάλματα, τη δημοσιογραφία, την αυτοβιογραφία, καθώς και τη δημόσια ιστορία. Η συνεχής επανάληψή του σε διαφορετικά είδη αναπαράστασης το έχει παγιώσει στη συλλογική συνείδηση.

Η δύναμή του έγκειται στην αναγνώριση αυστηρά επιλεγμένων ιστορικών αληθειών που έχουν συναισθηματική και κοινωνική απήχηση στο ευρύτερο κοινό, αλλά αποσυνδέονται από τα ιστορικά τους συμφραζόμενα. Πρόκειται για τις αλήθειες της μετανάστευσης ως θυσίας και τεράστιας προσπάθειας την οποία έκαναν οι μετανάστες παππούδες και γιαγιάδες ή γονείς. Το παρελθόν αυτό, όπως φαντάζεστε, είναι έντονα φορτισμένο συναισθηματικά.

Το αφήγημα δημιουργεί θετική εικόνα για την ομάδα και αποζητά την αναπαραγωγή της ταυτότητας στη νέα γενιά μέσω της εθνοτικής υπερηφάνειας και της αποφυγής των υπαρξιακών συγκρούσεων. Προσφέρει βεβαιότητες στη νέα γενιά για την ύπαρξη μιας αρμονικής διπλής πολιτισμικής ταυτότητας που βασίζεται σε συμβατές μεταξύ τους διαπολιτισμικές αξίες, όπως το ήθος της σκληρής εργασίας, η αξία της οικογένειας, η κοινωνική εξέλιξη μέσω της κολεγιακής μόρφωσης, ο καπιταλισμός. Με αυτόν τον τρόπο αποφεύγει την υπαρξιακή διχοτόμηση και τις αμφιθυμίες που υπάρχουν στη διττή πολιτισμική ταύτιση.

Για την επίτευξη αυτού του στόχου το αφήγημα αποκλείει δύσκολες ιστορικές αλήθειες. Αποσιωπά τα «σκοτεινά» παρελθόντα όπως η οικονομική εκμετάλλευση ελλήνων μεταναστών από έλληνες μετανάστες, συμπεριλαμβανομένης της παιδικής εργασίας. Παραβλέπει τα σημαντικά ποσοστά ενδοοικογενειακής κακοποίησης. Αποφεύγει να αναφερθεί στη σκληρή πατριαρχία και στα τραύματα που προκάλεσε σε πολλές γυναίκες γεννημένες στην Αμερική. Ενώ προβάλλει δίκαια την υποστήριξη του αρχιεπισκόπου Ιακώβου προς τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, τον ηγέτη του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα των μαύρων τη δεκαετία του 1960, αποσιωπά τη σημαντική αντίθεση, που έφτανε ως τη ρατσιστική έχθρα, μιας μεγάλης μερίδας μεταναστών προς το κίνημα αυτό, ιδιαίτερα στον αμερικανικό Νότο.

Με άλλα λόγια, η δημόσια μνήμη ως μέσο δημιουργίας ταυτότητας δεν ενδιαφέρεται για την κατανόηση της ιστορίας. Αποτελεί μια ανιστορική μνήμη και δημιουργεί έναν μύθο με βάση την επιλεκτική ιστορική αμνησία. (δες Σαλβάνου)

Ο εναλλακτικός τρόπος μνήμης γι’ αυτό το θέμα σχετίζεται με τη δυναμική διαμεσολάβηση στη διαδικασία δημιουργίας μιας ταυτότητας μέσα από την πολιτισμική κριτική που ασκείται από το εσωτερικό της ελληνοαμερικανικής κοινότητας, και διατυπώνει αιτήματα για αλλαγή. Αυτός ο τρόπος αφορά παρεμβάσεις οι οποίες προέρχονται κυρίως από γυναίκες, από μέλη της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας και από άτομα που αγωνίζονται για την κοινωνική δικαιοσύνη. Οι παρεμβάσεις αυτές κατονομάζουν τις καταπιεστικές πτυχές του παρελθόντος και του παρόντος. Καυτηριάζουν παραδοσιακές αξίες όπως η ανδρική εξουσία και η εθνοτική ομοφοβία. Χρησιμοποιούν την αυτοβιογραφία, την προφορική ιστορία, την προσωπική μαρτυρία, τη λογοτεχνία και γενικά τον λόγο τους με σκοπό να καταγράψουν και να δημοσιοποιήσουν τις τραυματικές εμπειρίες γυναικών ή ΛΟΑΤΚΙ ατόμων που στιγματίστηκαν από κυρίαρχους θεσμούς της κοινότητας. Εκφράζουν οργή για τη βία και τους αποκλεισμούς που επιβλήθηκαν στο πρόσωπό τους από άτομα και θεσμούς.

Παρατηρείται ενδιαφέρον επίσης να κατονομαστούν καταστάσεις άγριας εκμετάλλευσης εργατών στο παρελθόν. Να σημειώσω ότι οι σημαντικές προσπάθειες αναγνώρισης του ρόλου των ελλήνων μεταναστών στο αμερικανικό εργατικό κίνημα επιχειρήθηκαν στο πλαίσιο μιας σχεδόν ολοκληρωτικής αποσιώπησης των σημερινών εμπειριών της ελληνοαμερικανικής εργατικής τάξης.

Η παραπάνω φεμινιστική και ΛΟΑΤΚΙ κριτική, όμως, δεν οδηγεί απαραίτητα στην άρνηση και την απόρριψη της εθνοτικής ταυτότητας. Η πολιτισμική στάση των ατόμων που την επιτελούν μπορεί κάλλιστα να αποδοθεί με τους όρους που έχει προτείνει ο Αντώνης Πιπερόγλου «Rework, Retain, Reject» (RRR, 6:15 podcast). Πρόκειται για μια δυναμική εμπλοκή κατά την οποία τα άτομα δεν παραμένουν παθητικοί αποδέκτες τους παρελθόντος· αντίθετα, παρεμβαίνουν στην πολιτισμική τους κληρονομιά, απορρίπτοντας εκείνες τις πτυχές της παράδοσης που δεν τους αντιπροσωπεύουν, αλλάζοντας κάποιες πολιτισμικές εκφράσεις ή διατηρώντας εκείνες που θεωρούν συμβατές με τις πεποιθήσεις τους. Με άλλα λόγια, αναδημιουργούν τις πολιτισμικές τους σχέσεις με το παρελθόν.

Να σημειώσω ότι ορισμένα άτομα που στιγματίστηκαν από την εθνοτική κοινότητα δημιουργούν τις δικές τους πολυεθνοτικές κοινότητες στις οποίες εκφράζονται με εναλλακτικούς τρόπους· τρόπους που δεν έχουν γίνει ακόμη αποδεκτοί από την ελληνορθόδοξη κοινότητα. Δηλαδή, βρίσκουν το αίσθημα του ανήκειν έξω από τα όρια της εθνοτικής κοινότητας.

Το όραμα του παραπάνω αφηγήματος για το μέλλον προβάλλει μια κοινότητα η οποία είναι πολιτισμικά δημοκρατική· αναγνωρίζει και αποδέχεται την ετερογένεια· είναι συμπεριληπτική ως προς τις ποικίλες εσωτερικές διαφορές της κοινότητας. Προσδιορίζεται κριτικά απέναντι στην παράδοση. Είναι δημιουργική. Και όμως, η διάχυση του λόγου της στον δημόσιο χώρο είναι περιορισμένη, καθώς περιθωριοποιείται από το ηγεμονικό αφήγημα.

Μνήμη και αλληλεγγύη προς ιστορικά κατατρεγμένες ομάδες

Το τρίτο θέμα μας σχετίζεται με τον ρόλο της μνήμης στις σχέσεις των Ελληνοαμερικανών με τα πολιτικά κινήματα εναντίον του ρατσισμού, και γενικότερα με ομάδες οι οποίες στιγματίστηκαν ιστορικά και υπέστησαν βία.

Ο πρώτος τρόπος μνήμης υποστηρίζει αυτό που αποκαλείται «color-blindness», δηλαδή τη θέση ότι αμερικανική κοινωνία μετά τους αντιρατσιστικούς αγώνες της κατά τη δεκαετία του 1960 αποτελεί πλέον μια κοινωνία ίσων ευκαιριών. Διατείνεται ότι ο ρατσισμός εκφράζεται από άτομα, αλλά δεν είναι δομικά συνδεδεμένος με τον κοινωνικό ιστό. Αυτό τροφοδοτεί τον ισχυρισμό ότι η κοινωνικοοικονομική ανέλιξη της κάθε ομάδας οφείλεται αποκλειστικά στη σκληρή προσπάθεια των μελών· ότι δηλαδή ο ρατσισμός του παρελθόντος και του παρόντος δεν επηρεάζει αυτήν την ανέλιξη.

Εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα αμερικανικό πολιτικό αφήγημα το οποίο προβάλλει τις πολιτισμικές αξίες ως μοναδικό ερμηνευτικό πλαίσιο της κοινωνικής κινητικότητας. Το πράττει με το να αγνοεί τις δομικές φυλετικές και ταξικές ιεραρχίες που καθορίζουν καταλυτικά την εμπειρία των κοινωνικών ομάδων. Αποτελεί ένα μη ιστορικό αφήγημα το οποίο προωθήθηκε έντονα τις δεκαετίες του 1970 και του 1980, ώστε να αντισταθεί στις πολιτικές και τις νομικές κατακτήσεις του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα.

Στην περίπτωση των Ελληνοαμερικανών δεν αναγνωρίζει τα φυλετικά προνόμια της λευκότητας που δόθηκαν στους μετανάστες στα πρώιμα χρόνια της μετανάστευσης – το δικαίωμα να λειτουργούν τις επιχειρήσεις τους σε λευκές γειτονιές και να διαμένουν εκεί, το δικαίωμα ψήφου, τα προνόμια που δόθηκαν αποκλειστικά στους μετανάστες από την Ευρώπη μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο με τη μορφή των χαμηλότοκων στεγαστικών δανείων και των κολεγιακών διδάκτρων. Αυτά τα δομικά προνόμια ξεχνιούνται, και ο γρηγορότερος ρυθμός της κινητικότητας των Ελλήνων σε σύγκριση με τις φυλετικές μειονότητες προτείνεται ως απόδειξη της καλύτερης προσαρμογής τους στις αμερικανικές προτεσταντικές αξίες της πειθαρχίας, της σκληρής εργασίας και του «δαιμονίου» της επιχειρηματικότητας. Η θέση αυτή επιρρίπτει την ευθύνη στα ίδια τα θύματα των φυλετικών ιεραρχιών, αναπαράγοντάς τες. Η εξαντλητική προσπάθεια των ελλήνων μεταναστών, λοιπόν, προβάλλεται ως μοναδική εξήγηση της ελληνοαμερικανικής επιτυχίας, τοποθετείται στο κέντρο της ταυτότητας και αναδεικνύεται σε πηγή υπερηφάνειας.

Ο δεύτερος τρόπος συγκρότησης της μνήμης σε αυτό το θέμα κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Αντλεί αξίες και ανακαλεί εμπειρίες από το παρελθόν με σκοπό να εκφράσει αλληλεγγύη και ενσυναίσθηση προς τις ομάδες που καταπολεμούν τον δομικό ρατσισμό. Αυτή η στάση έχει δύο σκέλη, μια θρησκευτική και μια κοσμική έκφραση. Θα εστιάσω στη θεσμική θρησκευτική εκδοχή.

Η έννοια και η πρακτική της οικουμενικής «αγάπης» στην ελληνορθόδοξη θεολογία, για παράδειγμα, έχει προταθεί ως κεντρικό επιχείρημα εναντίον του ρατσισμού και έχει ενεργοποιηθεί στα πλαίσια του ελληνορθόδοξου ακτιβισμού συμπαράστασης στο κίνημα Black Lives Matter.

Ανέφερα προηγουμένως το παράδειγμα της πρεσβυτέρας Πετράκη το οποίο εκφράζει τη στάση εναντίον των φυλετικών διακρίσεων από ένα άτομο ορμώμενο από την χριστιανική αγάπη. Αυτή η στάση ιστορικά έχει εκφραστεί και θεσμικά από τους ελληνορθόδοξους ιεράρχες. Εμβληματικά της παραδείγματα είναι η φανερή δημόσια υποστήριξη που προσέφερε ο αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος στον ηγέτη του κινήματος πολιτικών δικαιωμάτων Μάρτιν Λούθερ Κινγκ τη δεκαετία του 1960. Ένας από τους λόγους με τους οποίους εξήγησε την πράξη του ο Ιάκωβος ήταν η προσωπική εμπειρία που είχε ως πολίτης δεύτερης κατηγορίας μεγαλώνοντας στη γενέτειρά του, που ανήκε τότε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Πρόσφατα, ο αρχιεπίσκοπος Ελπιδοφόρος έπραξε κάτι παρόμοιο στα πλαίσια του κινήματος Black Lives Matter. Υπήρξε υποστήριξη, αλλά και σφοδρές αντιδράσεις, κυρίως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Να σημειώσω ότι πανεπιστημιακοί στον κλάδο των σπουδών Ορθοδοξίας προσφέρουν κοινωνική και θεολογική εγκυρότητα στον ακτιβισμό της Αρχιεπισκοπής.

Σε αυτήν την περίπτωση το ενδιαφέρον των ελληνοαμερικανικών θεσμών επεκτείνεται πέρα από την εθνοτική ομάδα αυτή καθαυτή. Η ελληνοαμερικανική ταυτότητα τοποθετείται σε σχέση με άλλες ομάδες, κοινωνικά ευάλωτες, με σκοπό να υποστηρίξει και καλλιεργήσει τη μεταξύ τους αλληλεγγύη. (Γνωρίζω ότι και στην Ελληνική Αυστραλία υπάρχουν πρωτοβουλίες αλληλεγγύης προς τους αυτόχθονες Αυστραλούς.)


Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το πεδίο που αποκαλέσαμε «Παρόν–Παρελθόν–Μέλλον» είναι εξαιρετικά πολύπλοκο. Αλλά θα προσθέσω ότι δεν αποτελεί έναν χαοτικό λαβύρινθο.

Αν αναλύσουμε προσεκτικά αυτό το πεδίο, και θέσουμε τις διάφορες θέσεις διαλογικά, μπορούμε να διακρίνουμε δύο βασικά αφηγήματα.

Πρόκειται για δύο αφηγήματα που αποδίδουν διαφορετικά νοήματα στην ελληνοαμερικανική ταυτότητα του μέλλοντος. Προωθούν ασύμβατους ελληνοαμερικανικούς τόπους μνήμης.

Το ένα αφήγημα εστιάζει στην ταυτότητα ως εθνοτική υπερηφάνεια και σε ένα σύνολο αξιών και πεποιθήσεων, όπως είναι η σκληρή εργασία ως αποκλειστικός μοχλός οικονομικής ανέλιξης, η επιχειρηματικότητα, η φιλανθρωπία, η παραδοσιακή οικογένεια, ο σεβασμός προς τους ηλικιωμένους, η στήριξη της ενορίας. Η αναπαράσταση του παρελθόντος προέρχεται από επιλεκτικές μνήμες και διέπεται από τις πολιτισμικές βεβαιότητες τις οποίες προωθεί. Το αφήγημα αυτό τείνει να παρουσιάζει την ελληνοαμερικανική ταυτότητα ως ενιαία γύρω από το αξιακό σύστημα που ανέφερα. Το κυρίαρχο στοιχείο εδώ έγκειται στη συνειδητή αποσιώπηση της ιστορικής μνήμης και στην επιμονή να αναπαριστά τη συλλογικότητα ως ενιαίο ελληνορθόδοξο όλον.

Θεωρώ σημαντικό να προσθέσω το εξής: Το αφήγημα της ελληνοαμερικανικής επιτυχίας που υπήρξε αποτέλεσμα αποκλειστικά της κατοχής πολιτισμικών αξιών έφτασε στο απόγειό του κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα. Ως αντίδραση στην αρνητική αναπαράσταση των Ελλήνων στα δυτικά μέσα ενημέρωσης, η ελληνοαμερικανική διασπορά εξαπέλυσε μια ευρείας κλίμακας συστηματική καμπάνια που αναδείκνυε το φιλότιμο ως εγγενές βιολογικό και πολιτισμικό συστατικό των Ελλήνων και επομένως της ηθικής και πολιτισμικής τους αξίας, αν όχι ανωτερότητας. Το φιλότιμο πάντα έθετε τους Έλληνες στη «σωστή πλευρά της ιστορίας», όπως δηλώνει το αφήγημα που έχει γίνει καθολικά αποδεκτό από επίσημους ελληνοαμερικανικούς φορείς.

Πρόκειται για μια μυθολογία με τρομερή ισχύ, η οποία φυσικά δεν αντέχει στον έλεγχο της ιστορικής τεκμηρίωσης. Οι λίγες φωνές που της αντιτάσσονται έχουν να αντιμετωπίσουν μια παγιωμένη εκδοχή αυτοθαυμασμού της ελληνοαμερικανικής ταυτότητας.

Σε αυτό το σημείο θεωρώ υποχρέωσή μου να επισημάνω τις αντιφάσεις αυτού του αφηγήματος. Από τη μια μεριά υποστηρίζει την παιδεία ως ιδεώδες, αλλά συνάμα καλλιεργεί μυθολογίες δημόσιας μνήμης. Αποθεώνει την Αμερική ως ανοικτή δημοκρατία που δέχθηκε τους Έλληνες, αλλά είναι διστακτικό, ακόμα και εχθρικό, όταν πρόκειται για την αναγνώριση και τον σεβασμό της εσωτερικής ελληνοαμερικανικής ετερογένειας. Αυτολογοκρίνεται. Θέτει την έννοια του αμερικανού πολίτη ως κεντρικό στοιχείο της ελληνοαμερικανικής ταυτότητας, αλλά αποφεύγει σε γενικές γραμμές τον δημόσιο διάλογο για το τι σημαίνει η έννοια του ελληνοαμερικανού πολίτη. Πρόκειται για μια αυτοεγκωμιαστική προσέγγιση, που ενδιαφέρεται για την εικόνα, αλλά όχι για την ουσιαστική ιστορική καλλιέργεια των πολιτών. Αρκετοί Ελληνοαμερικανοί εκφράζουν ανοικτά την δυσαρέσκεια τους γι’ αυτό το αναγωγικό αφήγημα και κατακρίνουν τους επίσημους φορείς που το προκρίνουν. Δεν τους αντιπροσωπεύει.

Το εναλλακτικό αφήγημα έχει αντίθετο πολιτικό πρόσημο. Θέτει την ιστορική γνώση στο κέντρο του. Αναγνωρίζει την εσωτερική διαφορετικότητα της κοινότητας και προσβλέπει σε μια συμπεριληπτική ελληνοαμερικανική κοινωνία. Εξετάζει την ιστορία της ομάδας σε σχέση με άλλες εθνότητες. Αναγνωρίζει τα ιστορικά σχετικά προνόμιά της σε σύγκριση με τις ομάδες των εγχρώμων και δηλώνει συμμετοχική αλληλεγγύη στις δράσεις τους για μια ισότιμη κοινωνία. Αναγνωρίζει και, επομένως, καλλιεργεί τις αξίες που αποτελούν βασικό κριτήριο συμμετοχής στη δημοκρατική κοινωνία.

Στη ριζική διαφορά μεταξύ των δύο αφηγημάτων διακυβεύεται ο τρόπος με τον οποίο κατανοείται η έννοια του ελληνοαμερικανού πολίτη. Ο πολίτης στη δημοκρατία δεν κατέχει απλώς το δικαίωμα της ψήφου. Είναι υποχρεωμένος να καλλιεργεί την ιστορική γνώση και να ενεργεί υπεύθυνα στην πολιτεία που διαμένει.
Σε αυτήν την έννοια του πολίτη έγκειται, πιστεύω, και η σημασία τού να στοχαζόμαστε τη μνήμη ιστορικά και να σκεφτόμαστε τον ρόλο της στη διαμόρφωση των ταυτοτήτων. Η ιστορική μνήμη αποτελεί μια ηθική και πολιτική πράξη. Συνδέεται με τις υποχρεώσεις του πολίτη σε δύο τουλάχιστον επίπεδα: πρώτον, δικαιοσύνη για τα άτομα που υπέστησαν αδικίες στο παρελθόν σημαίνει επίσης δικαιοσύνη προς τα άτομα που αδικούνται στο παρόν. Δεύτερον, η κριτική επεξεργασία του ιστορικού παρελθόντος της κάθε εθνοτικής ομάδας είναι αναγκαία για να διεξαχθεί ένας ουσιαστικός διάλογος ανάμεσα στις εθνοτικές και φυλετικές ομάδες και, κατ’ επέκταση, για την ενδυνάμωση της δημοκρατίας και της ισοπολιτείας.

Από τα παραπάνω αναδεικνύεται συμπερασματικά, όπως πιστεύω, πόσο κομβικά απαραίτητη είναι μια πολιτισμική και εκπαιδευτική πολιτική στην κάθε ελληνική διασπορά. Αυτό σημαίνει ότι η ιστορική μνήμη και γνώση καλλιεργείται και στα σχολεία και στον ευρύτερο δημόσιο χώρο. Θα ήθελα να επισημάνω την αξία της λογοτεχνίας και της ποίησης που αποτελούν φορείς της πολυφωνίας της κοινότητας και στοχαστικής προσέγγισης των θεμάτων που την απασχολούν.

Επίσης, κλείνοντας, πιστεύω ότι απαιτείται να λάβουμε υπ’ όψη μας το γεγονός ότι η συζήτηση για το μέλλον της κοινότητας διαδραματίζεται χωρίς επαρκή γνώση ενός σημαντικού μέρους του ενδιαφερόμενου κοινού στο οποίο απευθύνεται, το οποίο είναι οι νέοι.

Από τα λίγα στοιχεία που έχουμε στη διάθεση μας πρόκειται για ένα ετερόκλητο κοινό· κάποιο ποσοστό από τα μέλη του επιτελεί πολύπλευρες και κοσμοπολίτικες ταυτότητες. Όπως έχω σημειώσει αλλού, οι νέοι κινούνται σε ένα πολυδιάστατο πολιτισμικό σύμπαν, οι ταυτότητές τους είναι πολύπλευρες και ρευστές. Το κεντρικό ζήτημα που πρέπει να μας απασχολεί, πιστεύω, είναι να αφουγκραστούμε τι θέλουν να μας πουν, και πώς κάθε διασπορική κουλτούρα θα μπορούσε να συνεισφέρει στο πολιτισμικό τους σύμπαν.

Θα γνωρίζετε από πρώτο χέρι, φαντάζομαι, ότι η διαδικασία πολιτισμικής παραγωγής στη διασπορά απαιτεί τεράστιες επενδύσεις σε χρόνο, ανθρώπινο μόχθο και χρήματα. Η πολιτισμική μας ευρωστία πλέον απαιτεί μια προσεκτικά σχεδιασμένη συμπεριληπτική και δημοκρατική πολιτισμική πολιτική.

Να κλείσω με μια πρόταση για περαιτέρω δράση. Εδώ και μία ώρα μιλάω για τη σημασία που έχει το παρελθόν για το παρόν και το μέλλον. Υπάρχει όμως και ένας πρόσθετος δρόμος, η αποσύνδεση του παρόντος από το παρελθόν, και το άνοιγμα προς μελλοντικούς δρόμους μέσα από την πολιτισμική καινοτομία, τη δημιουργικότητα ή ακόμα και την ουτοπική φαντασία. Αυτή η προσέγγιση έχει εκφραστεί στην Αυστραλία. Κάποιοι μετανάστες επιθυμούν την αποκοπή από τα τραυματικά παρελθόντα και τη δημιουργία νέων διαδρομών για τη διασπορά. Οι μελετητές και οι καλλιτέχνες της διασποράς θα ήταν χρήσιμο να χαρτογραφήσουν αυτούς τους νέους κόσμους, και εμείς να τους μελετήσουμε. Και τέλος, θα ευχόταν κανείς να βάλουμε τα δυνατά μας να φανταστούμε ουτοπίες και να αντλήσουμε από αυτές.

Σας αποχαιρετώ με τη δική μου εκδοχή ουτοπίας για ένα μελλοντικό συνέδριο σε θέματα ελληνικής διασποράς (τη φαντάστηκα και τη δημοσίευσα αρχές Νοεμβρίου του 2021 ):

Greek “Diaspora” Studies: A Utopian Conference (Draft)

Title: “Transcultural and Transoceanic ‘Greek’ Worlds: Past, Present, Future.” To be held at Melbourne, Toronto, Mexico City, Helena (Montana), and Athens (Ohio), May 2070.

Consolidating Diaspora Identity (2010-2030): Agents and Resistances

Kratoς και Διασπορά: Στάσεις και Stasis

Ένας Αιώνας Παραγκωνισμού των Κριτικών Μελετών Διασποράς (1950-2050): Αμέλεια, Αδιαφορία, ή Σχεδιασμένη Πολιτική;

«Διασπορά»: Difference and Différance
Θεωρώντας Θεωρίες Θαρραλέα (2023-2043)

Διασπορική Λογοτεχνία: Λόγος και Ουτοπία (2023-2053)

Γιώργος Αναγνώστου

Sunday, March 12, 2023

Βιβλιοκριτική, Γεωργίας Χαρπαντίδου, Σάρκα και Οστά της Μακρινής Πατρίδας

Σκέψεις για το βιβλίο της Γεωργίας Χαρπαντίδου, Σάρκα και Οστά της Μακρινής Πατρίδας: Η ιστορία της Ελληνικής Ορθόδοξης Κοινότητας Μελβούρνης και Βικτώριας από την ίδρυσή της μέχρι το 1972 (2022). Αθήνα: Θεμέλιο.

«Ελληνική Κοινότητα Μελβούρνης: Αγώνας για Ιδεολογική Επικράτηση ––Ανταγωνισμός μεταξύ Κοσμικής και Θρησκευτικής Προσέγγισης». Νέος Κόσμος, Μάρτιος 9, 2023.

Για ποιο λόγο η Χριστιανικότητα των πρωτοπόρων Ελλήνων μεταναστών στην Αυστραλία υπήρξε αναγκαία για την ίδρυση της κοινότητας στην Μελβούρνη; Πώς εξηγείται ότι οι μετανάστες από τα Ιόνια νησιά αντιπροσωπευόταν δημογραφικά δυσανάλογα με το μέγεθος της πατρίδας τους; Γιατί η Κοινότητα Μελβούρνης, αλλά και άλλες στην Αυστραλία, νομιμοποίησαν την εξουσία τους «στην αντίληψη της πρωτοκαθεδρίας της κοσμικής, δημοκρατικής διαχείρισης και αντιπροσώπευσης της ελληνικής παροικίας» σε αντίθεση με την ενοριακή οργάνωση των κοινοτήτων κάτω από εκκλησιαστική εξουσία που επικράτησε στις Ηνωμένες Πολιτείες;

Είμαστε σε θέση να απαντήσουμε αυτές τις ερωτήσεις –μεταξύ πλήθους άλλων– χάριν στην μελέτη «Σάρκα και Οστά της Μακρινής Πατρίδας» της Γεωργίας Χαρπαντίδου η οποία αξιοποίησε την ύπαρξη των αρχειακών πηγών της Ελληνικής Ορθόδοξης Κοινότητας Μελβούρνης και Βικτώριας, του πανεπιστημίου Le Trobe, και τα αρχεία του κράτους. Η επεξεργασία αυτού του ιστορικού υλικού μας μεταφέρει σε πολύπλευρες πτυχές του παρελθόντος μας, προσφέροντας το ανεκτίμητο κοινωνικό αγαθό της ιστορικής μνήμης.

Πρόκειται για μια λεπτομερειακή μελέτη επισήμων εγγράφων τα οποία συμπεριλαμβάνουν πρακτικά συνελεύσεων, αλληλογραφία, καθώς και την πρόσληψη σημαντικών γεγονότων από τον ελληνόφωνο και αγγλόφωνο τύπο της εποχής. Η ανάλυση ιχνηλατεί τους μετασχηματισμούς που διαδραματίστηκαν στην Κοινότητα από την ίδρυσή της το 1897 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1970 φέρνοντας στο προσκήνιο ιστορικές αποφάσεις, δράσεις, διαφωνίες, συγκρούσεις καθώς και τρόπους διευθέτησης κρίσεων.

Το βιβλίο αποτελεί τεράστια συμβολή αυτογνωσίας. Τα παιδιά και τα εγγόνια των μεταπολεμικών μεταναστών θα βρουν σαφείς εξηγήσεις για τις αιτίες και συνθήκες που οδήγησαν τους δικούς τους στην ξενιτιά. Οι κόρες τους και τα παιδιά τους θα λάβουν απαντήσεις σχετικά με τον γενικό αποκλεισμό αρχικά των γυναικών από την ανδροκρατούμενη κοινότητα και αργότερα από την διοίκησή της. Στις λίγες περιπτώσεις που το βιβλίο κατονομάζει τον ρόλο της δεύτερης γενιάς στα διοικητικά της Κοινότητας και οργανισμών, ο αναγνώστης προσλαμβάνει την σφοδρότητα των ανταγωνισμών αλλά και κινήσεων συμφιλίωσης. Τα μέλη του αθλητικού συλλόγου Ολυμπιακός για παράδειγμα, νέοι γεννημένοι στην Αυστραλία και με «επαφές με αριστερές οργανώσεις», θα στηλιτεύσει το Δ.Σ. της Κοινότητας τους –παλιούς– για υποκρισία και εθνικοφροσύνη, ενώ θα δει τον εαυτό της ως την πρωτοπόρα γενιά που «τραβά μαζί της την πρόοδο της ανθρωπότητας» (196).

Για αναγνώστες που ενδιαφέρονται για την εσωτερική παροικιακή πολιτική, το βιβλίο προσφέρει μια χρυσή ευκαιρία παρακολούθησης «από κοντά» της πολύπλοκης σκακιέρας που αναδιπλωνόταν ανταγωνιστικά επί μονίμου βάσεως: δράσεις με στόχο την διοικητική επικράτηση και τους ελιγμούς τακτικής που τις συνόδευαν· εξοβελισμός πολιτικών αντιπάλων, διαφωνίες, συγκρούσεις, διαπραγματεύσεις.

Πέρα από την συνεισφορά του στην τοπική μνήμη όμως, το βιβλίο συμβάλλει ευρύτερα στον τρόπο που συλλογιζόμαστε το θέμα «συλλογική δράση» στην διασπορά. Καταδεικνύει ότι οι Κοινότητες στην Αυστραλία δεν αποτελούσαν γεωγραφικά μεμονωμένα φαινόμενα. Αντίθετα, διαμορφώθηκαν στα πλαίσια ενός δικτύου θεσμικών σχέσεων ανά τον κόσμο.

To δίκτυο στην περίπτωσή της Κοινότητας κατά την διάρκεια της περιόδου υπό εξέταση περιλάμβανε την Ελληνική κυβέρνηση και τα Προξενεία της, την Εκκλησία της Ελλάδας, Ορθόδοξα Πατριαρχεία όπως το Οικουμενικό και των Ιεροσολύμων, και τις πολιτικές αρχές της Αυστραλίας. Αυτή η γεωπολιτική τοποθέτηση διευρύνει την κατανόησης της διαμόρφωσης της παροικίας εμπλέκοντας το τοπικό (Μελβούρνη) με το διεθνικό (Ελλάδα), το παγκόσμιο (οικουμενική Ορθοδοξία), το διαπεριφερειακό (κοινότητες Μελβούρνης, Σύδνεϋ και άλλες) καθώς και το εθνικό (Αυστραλία).

Μία από τις πιο σημαντικές συμβολές του βιβλίου είναι η χαρτογράφηση των σχέσεων μεταξύ των εμπλεκομένων θεσμών, ο σαφής προσδιορισμός των επιδιώξεων του καθενός, οι τακτικές συμμαχίες, και ο αγώνας για ιδεολογική επικράτηση.

Την διαμόρφωση της Κοινότητας διέτρεξε ιστορικά ο έντονος ανταγωνισμός μεταξύ της κοσμικής και θρησκευτικής προσέγγισης στην οργάνωση της διασποράς. Το κοσμικό παράδειγμα των κοινοτήτων στην Αίγυπτο, Καναδά, Αυστραλία και αλλού πρεσβεύει την θεσμική τοπική αυτονόμηση στις θρησκευτικές, πολιτιστικές και εκπαιδευτικές αρμοδιότητες της κοινότητας μέσα από διαδικασίες δημοκρατικής αυτοδιοίκησης. Το θρησκευτικό μοντέλο, το οποίο έχει επικρατήσει στις Ηνωμένες Πολιτείες –και αποτελούσε σταθερό σημείο αναφοράς στις διαμάχες στην Αυστραλία– προκρίνει την ενοριακή ρύθμιση όπου οι δραστηριότητες της κοινότητας διευθύνονται από τις λαϊκοκληρικές συνελεύσεις κάτω από την αιγίδα της αρμόδιας Εκκλησιαστικής αρχής.

Η σφοδρότητα της αντιπαράθεσης εξηγείται λόγω της τεράστιας σημασίας του θέματος που διακυβεύεται: η απόκτηση εξουσίας να ορισθεί και να διαμορφωθεί μέσω των ελεγχόμενων εκπαιδευτικών και πολιτισμικών θεσμών η Ελληνική ταυτότητα στην διασπορά. Αντιπροσωπεύει ο ελληνισμός ένα ποικιλόμορφο πολιτισμικό μόρφωμα ή θα έπρεπε να εξισωθεί με την Ορθοδοξία;

Η απάντηση της Kοινότητας στις αρχές του εικοστού αιώνα –σύμφωνα με το πρώτο καταστατικό στην συνέλευση της 31 Αυγούστου του 1902– και ο ακόλουθος ιστορικός αγώνας επικεντρώθηκαν στην καλλιέργεια του αυτοδιοικούμενου κοσμικού μοντέλου το οποίο ακόμη την καθορίζει. Η κομβική ιστορική στιγμή αυτού του προσανατολισμού έχει αφετηρία στην νεωτερική οργάνωση της διασποράς τον 19ο αιώνα όταν κοινότητες θα αρχίσουν να αυτοπροσδιορίζονται ως πρωτίστως εθνικές, ως προέκταση του υπερεδαφικού έθνους και όχι ως προέκταση του Ορθόδοξου οικουμενικού χώρου το οποίο επικρατούσε κατά την διάρκεια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η κοσμική εξουσία της Κοινότητας αποτελούσε απόρροια αυτής της μετάβασης από το θρησκευτικό προβάδισμα στο κοσμικό. «Η θρησκευτική ταύτιση με την Ορθοδοξία συμπεριλαμβανόταν», όπως διευκρινίζει η συγγραφέας, «στον πρωταρχικό τους εθνικό προσδιορισμό ως Ελλήνων» (74). Η μελέτη της συγγραφέως οργανώνεται από αυτόν τον άξονα: την κατανόηση των συνθηκών και δράσεων που επέτρεψαν την κοινότητα να διατηρήσει την κοσμική αυτονομία της

Το «Σάρκα και Οστά της Μακρινής Πατρίδας» δεν συμβάλλει απλώς στην κατανόηση του παρελθόντος· λειτουργεί πρόσθετα ως φορέας ιδεών για δράσεις στο παρόν. Τι απτές χρήσεις μας προσφέρει; Πρώτον, μας υπενθυμίζει την πρωταρχική σημασία της συστηματικής δημιουργίας αρχείων για το μέλλον. Συνδράμει επίσης στην ανάγκη να διευρυνθεί το εύρος της ιστορικής έρευνας σήμερα. Το αρχείο δεν αποτελεί ουδέτερη μορφή γνώσης, αλλά αντανακλά τις σχέσεις εξουσίας που κατέγραψε. Στο αρχείο της Κοινότητας τα δρώμενα υποκείμενα των οποίων τα βιογραφικά στοιχεία παρατίθενται είναι εύποροι άνδρες· οι πηγές είναι σιωπηλές όμως για το τρόπο με τον οποίο οι γυναίκες βίωσαν τις διαδικασίες αποκλεισμού τους και θεσμικής περιθωριοποιήσεως. Ή για το πώς διαπραγματεύθηκαν την θέση τους στην παροικία τα παιδιά από μεικτούς γάμους. Επιπλέον, η φωνή των εργατών και των αριστερών ακούγεται κυρίως μέσω από τις εφημερίδες που τους εκπροσωπούσαν και από τον στιγματισμό τους ως «εθνικών προδοτών» από την εθνικόφρονη παροικιακή συμμαχία κατά την διάρκεια της δικτατορίας στην Ελλάδα (1967-1974). Το πλούσιο αρχείο είναι επίσης ένα αρχείο αποσιωπήσεων.

Αντιπροσώπευε τελικά η κοινότητα την «κιβωτό της φυλής», την «Όασις -Πατρίς», την «σάρκα και οστά της μακρυνής Πατρίδας» (280) όπως διακηρύχθηκε σε μια από τις συνεδριάσεις της κοινότητας το 1972, την χρονιά που κλείνει η αυλαία της μελέτης; Το βιβλίο καταδεικνύει την ρυθμιστική λειτουργία της ιδεολογίας που θέλει την διασπορά ως οργανική προέκταση του έθνους. Τέτοιες θεωρήσεις, επισημαίνει η συγγραφέας, «συγκαλύπτουν την ετερογένεια των πληθυσμιακών ομάδων και των αντίστοιχων πολιτισμικών τους συστημάτων» (17-18). Θα ήταν ευχής έργον η επεξεργασία του αρχείου να συνεχιστεί και να καλύψει την επόμενη ιστορική περίοδο (1972-) κατά την οποία η αυξανόμενα ετερογενής πλέον Κοινότητα, τώρα στα νέα πλαίσια της πολιτισμικής Αυστραλίας, συνέχισε τον αγώνα της για την καθολική της εκπροσώπηση.

Γιώργος Αναγνώστου

Thursday, October 20, 2022

Ergon: Five-Year Anniversary

This October, Ergon: Greek/American Arts and Letters celebrates its five years of operation. Ergon started as a joint project, launched in collaboration with Martha E. Klironomos whose ideas and vision have left an indelible imprint in the journal. The conversation started in 2014, and the fist essay was posted on October 30, 2017. Her intellectual presence is still with us.

Since then, we have published a total of 188 postings under a variety of categories ranging from archive building to book review essays, tributes to translations, and essays to editorials among others.

Ergon is vested in sustaining a space hospitable to non-normative voices, critical analysis and reflective appreciation of scholarship and the arts. It does so in a multitude of genres––essays, blogs, interviews, memoirs, book reviews, articles, visual culture, editorials, and translations. We believe it offers an important platform for empowering diaspora studies and asserting a critical presence, sorely needed, in public life. Though the initial focus has been Greek America we will soon be expanding our scope to incorporate conversations across intellectual and academic networks in the Greek diasporas. The new title, Ergon: Greek/American & Diaspora Arts and Letters will reflect this broadened purview.

In our endeavor we have enjoyed immense support from scholars who have worked tirelessly as book review and poetry editors. (Christopher Bakken, Frank Hess, Neovi Karakatsanis, Gerasimus Katsan.)

Academics working within the broader U.S. modern Greek studies as well as Greek Australian and Greek Canadian studies have responded to our invitation, contributing editorial and critical insights, book reviews, essays, articles and blogs for us. For this we express our deepest appreciation.

Greek American studies involves a relatively small demographic of practitioners. But this community intersects with U.S. modern Greek studies in our shared transnational orientation involving the signifier “Greek.”

We hope that the support we have received will continue, even increase, to further our joined interests. We call on modern Greek studies scholars in film and cultural studies, anthropology, foodways, literature, and the arts, in particular, among other fields and disciplines, to contribute to our mission. A quality blog, an insightful essay, or a thoughtful book review essay from scholars who operate “outside” diaspora studies but are positioned to engage with diaspora matters can make a world of difference. We have enjoyed this kind of contributions and fully recognize their value. Sophisticated work functions as a springboard for further research projects.

Throughout the years, Ergon has received generous grants from the Modern Greek Studies Association (MGSA) and the Ohio State University. We have also enjoyed financial support from friends and individuals. For this, we thank you. Given that we operate as an open access platform with a limited budget, we ask you to take a moment on this occasion and consider supporting our project.

Visit us at

My hope is that health and the availability of resources will enable us to celebrate our tenth anniversary, in 2027.

Yiorgos Anagnostou

Monday, October 3, 2022

Writing for the Community: Penelope Karageorge’s Poetry: Belonging to New York City and Lemnos

After living in the United States for more than 35 years, I now connect with two cultures. Writing in two languages, I find meaning in my American, Greek American, and Greek lives. When I am in Columbus, I miss my Greek friends. When I find myself in Thessaloniki, I miss the OSU library. To be a Greek American is to live the complexities of dual affiliation.

To understand this complexity, I regularly turn to fellow travelers who write about their Greek American journeys. I particularly love reading diaspora poetry for its power to evoke the nuances and subtleties of dual belonging.

In this piece, I turn to the poetry of Penelope Karageorge. A resident of Manhattan who spends her summers in her grandmother’s home on the island of Lemnos, Karageorge utilizes both the American cosmopolis—New York City—and the ancestral village—Lichna—as settings to explore questions of belonging. Her insights spark reflection. Both NYC and Lichna are felt acutely as homes but are not idealized. They may offer deeply moving connections but also frustrating experiences.

New York generates ambivalence. It is both an exhilarating and challenging place to live. Everyday experiences, like riding the elevator, can be suffocating, straining one’s sense of private space:

“Life instantly becomes small as a steel box, / body pulled up straight, fork in the drawer, / and nothing extra’s allowed in, nose to back, / clutching pocketbook, only eyes move.”

In her “New York Love Letter: P.S. You’re Crazy,” the poet expresses—stanza after stanza—her grievances about the city, only to conclude about its power to still pull her to it:

“Talk about egocentricity. Actors. poets, / painters, kooks bulge out / . . . / New York you overdo “new.” New. New. New. / You make me nervous. /. . . / Your personality is driving me up the wall. / Adjust, please. / If you do, I suppose I might leave you.”

Spending time in the ancestral village can also be challenging. A Greek American may know the language and have a general understanding of Greek culture, but decoding Greek everyday interactions may strain one’s sense of belonging:

“… cousin Emmanuel comes to / borrow my step-ladder to inspect his newly / acquired house for water damage, / . . . / Or just anxious, perhaps, off-balance / about life away from Summit, New Jersey. / He knows the language, but with his American / psyche, can’t read the signs. I warn him / to be careful on the ladder. He could fall— / and tumble into a Greek nightmare, or dream.”

The Lemnos ancestral home, which the poet inherited from her grandmother Sevasti, looms large in Karageorge’s poetry. The home still bears traces—albeit feign (smells in linens)—of the deceased grandmother, compelling the poet’s desire for tangible connections with her beloved yiayia.

“When I return to my Greek house in the village / of Lichna, the stones await me. / I swallow them with salt and greens and weep. / Yiayia, I live in your house. Exile. Reject. / Abandoned by your husband, you embroidered tears / into linen. . . . / Yiayia, I came to rescue you, . . . / [you] who was forced to cook for occupying Nazis, / who died alone on my birthday while / I crayoned pictures of you in Newburgh, New York.”

“In my grandmother’s house / I play with ghosts, / lick baclava off windowsills. / Embroidered dreams / weave and unweave. / . . . / Yia yia yia yia yia yia / I’ll wear your gold-rimmed / glasses, and drink / from your bittersweet cup.” (“Baklava Dream.”)

Karageorge’s poetry explores a powerful dimension of the diaspora experience: connecting with more than one place. In her verse, belonging to the ancestral village involves an emotional connection with a beloved ancestor and frustrations due to cross-cultural misunderstandings. Belonging to NYC can be intense but an experience dotted by the absence of beloved relatives and the stimulating senses and culture of the island. Belonging to the Greek village and the American cosmopolis is always partial but enticingly powerful.

Yiorgos Anagnostou
Ethos Magazine, Autumn 2022

Saturday, September 24, 2022

Charles Moskos (partial bibliography, early 1970s to 1998)

Looking at some files from graduate school (1992-1999), I came across this bibliography about the work of sociologist Charles Moskos:

1973. Review of monographs on the sociology of Greek Americans. Contemporary Sociology, Vol. 2 (1):82–83. [Reprinted as "The Sociology of Greek Americans," Epitheorisis Koinonikon Erevnon [The Greek Journal of Social Research], Vol. 14, pp. 210–21. Reprinted in Hellenic Chronicle, Feb. 22, 1973, p. 8.?]

1974. “Spiro Agnew and Greek Americans: A Hero's Rise and Fall,” Chicago Tribune, April 25, p. 22. [Reprinted in Athens News, June 12, 1974, p. 7.]

1976. “The Greek Experience in America.” Balkan Studies. Vol. 17 (1): 391–96.

1977. “Growing Up Greek American.” Society. Vol. 14 (2): 64–71.
[Reprinted in Jeanne Guillemin, ed., Anthropological Realities, New Brunswick, N.J. Transaction, 1981, pp. 387–400.]

1978. “Greek Americans.” E Kypros Mas, August, pp. 22–33.

1980. “Greeks Abroad: A Comparative Survey.” E Kypros Mas, August, pp. 14–21.

1980. “Theodore Saloutos: An Appreciation,” Hellenic Journal, Dec. 25, 10–12.

1982. “Greek-American Studies.” In The Greek American Community in Transition. Harry J. Psomiades and Alice Scourby, eds., 17–64 [?]. N.Y.:

1984. “Greek Orthodox Youth Today: A Sociological Perspective.” In Greek Orthodox Youth Today. N. Michael Vaporis, ed., 11–36. Brookline, Mass.: Holy Cross Press.

1985. “Hellenic Letters and Their Impact on Greek-American Studies.” In Essays in Tribute to Hellenic Letters. Fotios K. Litsas, ed., 195–200.
Chicago: Modern Greek Studies Series.

1985. “The Greek American Mosaic.” Greek Accent, July/August, pp. 28–32.

1986. “Remembering Saloutos,” Greek Accent, July/August, pp. 11, 48.

1987. “Georgakas on Greek Americans: A Response,” The Greek American, Jan. 17, pp. 7–11. [Reprinted in the Journal of the Hellenic Diaspora, Vol. 14 (1987), Spring/Summer, pp. 55–62.]

1988. Review of Aimilia-Emily: Georgios-George by Helen Z. Papanikolas in Theofanis G. Stavrou, ed., 397–399. Modern Greek Studies Yearbook, Vol. 3, 1987.]

1989. “Greeks.” In Encyclopedia of Southern Culture. William Ferris and Charles Wilson, eds., 322–23. Chapel Hill, N.C.: University of North Carolina Press.

1989. “The Modern Greek Orthodox Church in American.” Journal of Modern Hellenism, No. 6, p. 9–17.

1989. “Archdiocesan Theological Agenda: Social Realities.” Greek Orthodox Theological Review. Vol. 34 (3) (Fall): 300–06.

1989. “Greek America in the 1980s,” The Greek American, December 23-30, pp. 4–5.

1992. “Greek Americans in Politics.” The AHI Network News (Fall), pp. 1–2.

1993. “Faith, Language, and Culture,” In Project for Orthodox Renewal. Steven J. Sfikas and George E. Matsoukas, eds., 17–32. Chicago: Orthodox Christian Laity.

1997. “Greeks.” In American Immigrant Cultures. David Levinson and Melvin Ember, eds., 334–42. N.Y.: Simon and Schuster Macmillan.

1997. “The Future of Hellenism in America.” Ahepan Magazine, summer, pp. 11–12.

1998. “The Greeks in the United States.” In The Greek Diaspora in the Twentieth Century. Richard Clogg, ed. Oxford: Oxford University Press (in press).


Goal: to set research agenda for international social science community on armed forces and society.

Short-range aim: to show how scholarly work can shape public policy.

Long-range aim: show sociology’s raison d’etre is to be anti-economics.

Also, chronicler of Greek American experience. [Source?]

Tuesday, September 20, 2022

Immigrant Adaptations: Reflections

The adaptation of members of an immigrant group––defined as adjustments in conformity with the prevailing norms of a society––often elicits praise. The newcomers are exalted for recognizing new realities and modifying their ideas and cultural practices accordingly.

Adaptation is seen as an apt strategy of embracing dominant values, bringing benefits to those who consent to it. Aligning with a particular power regime shields the group from being subjected to that power.

In this version, adaptation stands for cultural entrepreneurialism: possessing the acumen to identify power relations for the purpose of furthering one’s interests.

This admiration of adaptation, however, is shortsighted; ideologically suspect. It is blind to the fact that a minority’s alignment with dominant values harms people who are still peripheral and oppressed by the majority.

In the early 20th century and beyond, for example, immigrant adaptations to whiteness––conformity to the hierarchical racial status quo––brought immense privileges to those who embraced it. Subjected to the pressures of the aggressive 100% Americanization movement––an ideology also embraced by the Ku Klux Klan in the 1920s––a sector of immigrants learned this lesson quickly. Conformity to the dictates of whiteness was rewarded while dissent, instead, was severely punished.

Some justify this adaptation as a necessary and inevitable strategy for the economic survival of the emerging class of immigrant small business owners. The move to safeguard their interests––their adaptation politics––paid significant economic and social dividends. Cities in the American South honored in public those immigrants adapting––consenting––to segregationist Jim Crow.

But [mainstream] historians encourage critical reflection about adaptation. Seeing adaptation as a practice in connection to power, they invite us to consider its effects not only on those consenting to it but also on those subjected to it.

Andrew Manis, a historian of Greek Americans in the Jim Crow American South, rightly names adaptation as a mechanism of social control, which cancels out immigrant agency. He writes, “Greeks were trusted as also Americans who would remain silent on Protestant dominance, white supremacy, and brute force” (2021, 64). They were indeed among those who resisted most vociferously the pro-civil rights stance of Archbishop Iakovos.

Adaptation to whiteness led some immigrants to keep reproducing the country’s racial hierarchies, inflicting the same harm to others that the majority originally inflicted upon them. 

Steven Gerontakis (2012) puts this process starkly:

“In the 1920s, Greeks were excluded from ‘white men’s towns’ and ‘white men’s jobs’ in Arizona, Idaho, and Colorado, yet by 1940 had reached the point of ‘othering’ Mexicans out of Greek-owned ‘White Only’ establishments” (23).

Historians then decisively bring this point home: Let us examine adaptation as a historical process and recognize its multifaceted effects on society, instead of glorifying it as immigrant “success.”

Yiorgos Anagnostou

Works Cited

Gerontakis, Steven. 2012. AHEPA vs. the KKK: Greek-Americans on the Path to Whiteness. Senior Thesis. University of North Carolina at Asheville, North Carolina, 2012 []

Manis, Andrew M. 2021. “Religion, Belonging, and Social Mobility in Civil Rights Era Birmingham, Alabama.” Ex-centric Narratives: Journal of Anglophone Literature, Culture and Media 5. []

Friday, August 5, 2022

15th Annual Pallas Lecture: Speaking Greek at the American University Over the Last Two Centuries (2017)

Context: University of Michigan Lecture Series

Scope: "Celebrating the continuous presence of Greek as a language and a subject of learning on the Michigan campus since 1817 offers an opportunity to reflect on the meaning of "Greek." A host of questions arises: What do Ancient and Modern Greek studies have to say to each other? What kind of conversation have Modern Greek studies–where Modern Greek is spoken–and Classics–where Ancient Greek is read–been carrying on over the last couple of centuries? What tensions, silences, and mutualities have defined this relationship? The lecture traces the history of this relationship, and focuses on ways in which academic multiculturalism has fostered intellectual exchange among scholars of Ancient and Modern Greek. It discusses institutions, scholars, films, fiction, and poetry that bring Classics into conversation with Modern Greek Studies, and develops its own word play on this relationship. It concludes by proposing a framework for future collaboration between the two academic fields: cultivation of a particular ethos of citizenship among students and the wider public" (narrative by the host institution)

Abstract: What do ancient and Modern Greek studies have to say to each other? What kind of conversation have Modern Greek studies–where Modern Greek is spoken–and Classics–where ancient Greek is read–been carrying on over the last couple centuries? What tensions, silences, and mutualities have defined this relationship? This talk traces several aspects of the history of this relationship, and focuses on ways in which academic multiculturalism has fostered intellectual exchange among scholars of ancient and Modern Greek. It discusses institutions, scholars, films, fiction, and poetry that bring Classics into conversation with Modern Greek studies, and develops its own word play on this relationship. It concludes by proposing a framework for future collaboration between the two academic fields: cultivation of a particular ethos of citizenship among students and the wider public. 

Opening paragraphs: I will be speaking today about speaking Greek at the American University. I do not, for a moment, take this opportunity for granted. Speaking about Greek, particularly ancient Greek in relation to Modern Greek, is not always an available option in the academy. I must, therefore, place my speaking in relation to the wider context that enables it. The fact that I am able to speak Greek in the academy stems from the immense labor of scholars who have founded Modern Greek programs in this country. But I do not also forget the support for Greek by those outside the university, such as the Greek American community and philhellenes whose financial support promotes the academic presence of Modern Greek. 

This very lecture is possible because of Dimitri Pallas, Founder and President of the Foundation for Modern Greek studies, and Irmgard Pallas, a philhellene. I extend my deep appreciation to the donors and the Foundation. I am neither a classicist, nor a linguist. How do I enter the terrain of speaking Greek over a span of two centuries? My training is in cultural studies. I am interested in the question of knowledge; who produces it and for what purpose. I have devoted my 2 professional life, for example, around a key question: how do we get to know Greek Americans? Who represents Greek identity in the United States, how, and for what purpose? This interest helps me focus. Ancient Greek and Modern Greek studies, two fields of knowledge: What defines their relationship in the American academy?

To read the talk see here:

To watch, the lecture,

The lecture incorporates bilingual poetry, and features analysis of the film City Hall (1996), Jeffrey Eugenides's novel Middlesex, and Harry Mark Petrakis's short story Pericles on 31st Street

January 26, 2017

Tuesday, July 26, 2022

Why Support Greek American Archives?

The recent interview that Meletios Pouliopoulos, founder of the non-profit organization Greek Cultural Resources, gave to professor Petros Vamvakas raises urgent questions about the present and future of non-endowed initiatives to curate, develop, and digitize Greek American archives.

The mission of the Greek Cultural Resources "is to obtain, document, preserve, archive, promote, and provide access to recordings of Greek music and relevant traditions, as well as related publications, manuscripts, images, interviews, and film/video footage for the benefit of musicians, folk dance troupes, teaching institutions, scholars, performers, collectors, and the general public.​"

The digitization of the Hellenic Chronicle has also been part of Pouliopoulos's archival activism.

A major thread in the interview was about the value of archiving and digitizing Greek American material. Why should the public care? What good does a professional archive do, and how does it contribute to the cultural vitality of Greek America?

Without a (rich, professionally curated [RPC]––and therefore institutionally endowed), archive, we obviously lose (throw away literally) substantial material and knowledge associated with our history and heritage. The loss makes us less, resulting to cultural impoverishment. For the following reasons (among others):

• Without an RPC archive we fail to recognize substantive aspects of Greek American history; without it, it is impossible to understand those before us, and appreciate their experiences, toil, and accomplishments.

• Without an RPC archive there can be no substantial historical scholarship.

• Without an RPC archive there will be no material for the making of documentaries, films, and books about Greek America.

• Without an RPC and the cultural work it makes possible (scholarship, documentaries, films, etc.), future generations cannot see the place of their families, ethnic history and culture in connection to the American fabric.

• Without an RPC archive we are bound to keep compromising historical memory in exchange for sentimental memories.

Greek American RPC archives are not a luxury, but an urgent necessity.

We need not only donations (which are invaluable), but endowments to institutionalize and support archives in perpetuity. Some Greek Americans, and more recent Greek Canadians, have recognized the value in this investment.

Let us act now, and keep building on this legacy! We owe it to our parents, grandparents the next generation as well as the broader public.

Yiorgos Anagnostou
July 26-27.

Tuesday, July 19, 2022

The Helen Zeese Papanikolas Papers (1954-2009): Entering a Greek/American Archive

July 11, 2022. 
J. Willard Marriott Library, University of Utah 

I enter prepared. Thanks to information on the web, I am already familiar with the topics for each box. I have reserved boxes 2, 8, and 9, enough, I presume, for a day’s work in the archive. I can still order additional ones on site, if needed. [indeed, I end up also requesting boxes 10 and 11] 

Box 8, folder 8, is a priority, the main purpose for visiting the collection. The description reads, 

“Louis Tikas and the Ludlow [CO] Massacre 
 Documents relating to Louis Tikas and the Ludlow Massacre 1900-1914; 
Scholarship, correspondence, news clipping 1953-2001.”

I have a particular interest in box 2, folder 4, for its eye-witness accounts of Ku Klux Klan anti-immigrant activities, a topic in a talk I will be giving later this year. 

Box 9, folder 12 (Greek-Americans in the Southern States) will also take me to “family narrative of Ku Lux Klan attack on Greek immigrant family in West Virginia, circa 1910.” 


I enter the Special Collections at the University of Utah’s J. Willard Marriott Library, sharply at 10:00 a.m., the opening time. I introduce myself and register, the boxes, neatly stacked, waiting. 

The Helen Zeese Papanikolas papers! The anticipation for opening the archive of a researcher whose published work I know intimately overflows, spills excitement. It spells eagerness, earnestness seizes me, as I am about to see and touch material from more than a century ago. In archives, I have read, researchers are “feeling things,” they “can experience an intensely close, even physical connection to past lives.” Archives lessen distances across time. 

Folder-after-folder I enter the world of Helen Papanikolas’ (1917-2004) work, and the world of the archive enters me. The sense of recognition is overwhelming. Familiar names (Louis Tikas), places (immigrant kafeneia), issues (labor conflict), events (the 1909 anti-Greek riot in south Omaha, the Ludlow Massacre in 1914), authors (E.D. Karampetsos), organizations (GAPA, Daughters of Penelope), transport me to an immigrant––Greek/American––cultural geography I have been navigating for years. 

But the scale of this landscape is ungraspable in its expansiveness, even after a life’s work striving to imagine its multifaceted contours. The power of the archive, its bits and pieces capable of opening up the viewer to the vastness of an era. 

Newspaper clips, brochures, pamphlets, photographs, articles, monographs, conference papers, self-published books, dissertations, oral history transcripts, theatrical plays, musical sheets, even restaurant menus. 

Collected with care (certainly), passion (I imagine), methodical consistency; the dedication (no doubt) of a meticulous scholar. This is a Greek/American world of words and images that form an organic part of my own intellectual biography too. Moved, I feel a visceral sense of belonging to this world. A deep recognition of being part of a larger research community across time. 

The archive, of course, takes me to unexplored landscapes and unfamiliar places. Unknown facts, unexpected documents, unpublished papers, unrecognized truths, unasked questions, unachieved immigrant lives, harshly terminated. Invaluable archival gems. 

The immense labor that precedes published work unfolds, document-after-document. It is there to see in countless documents, notes, remarks. It becomes tangible almost, the toil of a researcher; bridging the past and the present, bringing me closer to Helen’s practices of collecting. I feel the archives’ vastness as it beckons me to reach its nooks and crannies. There is something physical in its power to carry me further, deeper. The papers put a spell on me––an “archive fever”––they fuel the yearning for learning, the desire to devour its materiality. 

I resist this impulse––I only have two days of research available. I turn into practical management. I prioritize, I take notes selectively. I take photos, a lot of them. Certain colleagues come to mind when I come across material relevant to their research. I make a mental note to let them know. 

I register material that I would like to look closer, in a future visit (Helen Zeese Papanikolas Papers, MS 0471): 

• Steven G. Economou’s (1922-2007) Greeknglish: An Illustrated Lexicon, which I marvel, is on the top of my list. (Box 8, folder 1)

• Oh, GAPA’s national anthem! (Box 10)

• An unpublished monograph by Thalia Cheronis Selz (Greek-Americans in the Visual Arts), is a must. (Box 10, folder 2)

• “The Brooklis in Athens, A One Act Hilarious Comedy” by Mimis Dimitriou (James Demetrius) … (Box 11, folder 4)

I look at my watch, 2:30 p.m. already! Moments of exhilarating discoveries compress time, as I traverse across time. The archive feeds the hunger for more. I skip lunch.

I use the remaining time taking notes, I share some here:

• On Greeknglish and translanguaging: An immigrant refers to a labor strike as “strikey”

[Ο Τίκας ήταν ένας από τους εργάτες] «που έκανε προτεsting» (Letter by Petter Louos [Louloudakis] to the editor of the Cretan magazine, Nov. 2, 1973; Zeese Papanikolas makes a note of these linguistic occurrences in his translation of the letter in English). (MS 0471, Box 8, folder 8)

• Labor exploitation – A Western Federation of Miners (Bingham, County) representative’s letter to the Ambassador of Turkey in Washington, D.C. (May 17, 1912), urging him to take action to end the exploitation of his Cretan subjects from the Greek labor agent Leonidas Skliris:

The letter “calls [the Ambassador’s] attention to a deplorable state of affairs in this state [unintelligible] rein several hundred of Your Majesty’s subjects – Cretian [sic] – are held in semi slavery by one L. G. Skiliris [sic], a Greek [labor] agent residing in Salt Lake City,” calling the ambassador to conduct “a secret investigation” and subsequently take steps “at once” “to put a stop to the terrible state of affairs that exist here.” (MS 0471, Box 8, folder 6) •

• Sociologist’s Charles Moskos self-ascription: “‘My ethnic identity is much more Byzantine- Ottoman-modern Greek and Greek American,” he claims. ‘Spanakopita to me is as important as the Parthenon’” (“Moskos: A Friend of the Grant,” National Herald [?], “before Nov. 7, 2000,” “Incomplete”

Period. Time is up, the office is closing. 

Lost in the worlds of the archive, blurring past and present, I forget my glasses (truly) at my desk. No doubt now, I will be visiting the next day to restore my vision. 



The archive assaults cultural mythologies. In official documents (applications for pensions for instance), newspapers, oral histories, and reminiscences one hears echoes of immigrant voices––spending one’s entire life in coal mining jobs; or boiling in resentment toward ungrateful relatives in the patridha. Immigrants who rarely visited their villages (poverty you see; the need to keep the family business going; strife with relatives, alienation; the Depression; wars), if ever. 

The archive prompts reflection on broader cultural orientations. Its significant holdings on the topic of “customs and traditions” in Utah, in the 1970s, are largely connected with interviews that students in the course “Peoples of Utah” (taught by Helen Papanikolas in 1977 and 1979) conducted with immigrants or their children residing in Utah. 

This directs me to think of the place of immigrant customs and traditions in connection to nascent U.S. multiculturalism. Traditions were the major staple in early ethnic festivals (food and dance) and were displayed (artifacts) in the same spaces in specially configured “village rooms” simulating immigrant origins. They were performed in folk music festivals. They were the subject of articles in scholarly and general interest journals. Later, in the 1980s and beyond, customs and traditions were displayed in museums, and some became entrenched as markers of ethnic identity. In the 1970s, customs and traditions offered a readily available resources for ethnic communities to showcase their particularity, while introducing and explaining the group to the broader public. The archive helps me understand the emphasis on customs and traditions in the Hellenic Cultural Museum of America in Salt Lake City, a place I had visited a couple of days earlier. Local high schools organize field trips to the museum, and the community’s festival visitors enjoy access to it. 

A thread in the archive still follows me, in fact, haunts me. It is Helen Papanikolas’ earnest quest in the early 1970s to collect information about the labor leader Louis Tikas, murdered on April 20, 1914. In her letters to senators, librarians, and the ads she placed in the Cretan American press I hear the urgency of her voice seeking any lead, any trace about this forgotten person’s life. In her efforts, I witness the ethnohistorian’s pressing search for a taboo subject, a silenced subject at the time. Her search yields a precious little, it is more dead ends, one after another. I try to imagine the scale of her frustration. 

In an interview Helen gave to Peter C. Chronis of the Denver Post [no date; circa 1970s], I can hear the resignation in her voice, but also register her call for cultural activism, her call for agency as a result. I find it necessary to cite the following long passage from Chronis’ article, entitled “Holding on to a heritage,” for context: 

"… material on Greek immigrants in the Western History of Collection of the Denver Public Library is scarce. There are some openly bigoted newspaper clippings, from the early 1900s; and a 1969 thesis on the unassimilated coffee-house Greeks [by George James Patterson] filed away from public view (A 1914 Denver post article decrying Tikas’ murder isn’t in the Ludlow file, but a xenophobic diatribe from the Trinidad Chronicle-News is.)

The pickings are slim at the Colorado State Historical Society library.

Helen Z. Papanikolas said she’s found little material about Greek immigrants in other states’ libraries. 'We have to write our own histories,' she said, 'and see that historical societies get our memorabilia.”'"(MS 0471, Box 8, folder 8)

This question presses itself. And now, who will be documenting Utah’s Greek/American voices? In Salt Lake City, Price, and other small towns? Who will be listening Greek/American voices in New Mexico, and Oklahoma? Who will be documenting historical and cultural material, and keep placing them in state and national institutions? Who will be “prompt[ing] [the] many new voices today”? 

Helen’s archive looks us squarely in the eye. 
What do we owe to it? 

Yiorgos Anagnostou
July 14-19, 2022

Acknowledgements: I thank the staff at the J. Willard Marriott Library, University of Utah for their extraordinary assistance and courtesy. 


Helen Zeese Papanikolas papers, MS 0471, Special Collections and Archives. University of Utah, J. Willard Marriott Library. Salt Lake City, Utah.