Thursday, July 2, 2026

Ρίζες και Ρότες (Roots and Routes) I




Περιδιαβαίνοντας μετά από χρόνια απουσίας τη Θεσσαλονίκη, ένα προσωπικό τόπο μνήμης από το λύκειο και τα φοιτητικά μου χρόνια (1975-1984), επιστρέφει στο νου ξαφνικά, σαν απόλυτη ανάγκη, το αγαπημένο Δρόμοι Παλιοί, με κυριεύει, απαιτεί να το σιγοτραγουδήσω.

«Δρόμοι παλιοί που αγάπησα και μίσησα ατέλειωτα
Κάτω απ’ τους ίσκιους των σπιτιών να περπατώ
Νύχτες των γυρισμών αναπότρεπτες κι η πόλη νεκρή
Την ασήμαντη παρουσία μου βρίσκω σε κάθε γωνιά»

Οι λαβύρινθοι της μνήμης επιλέγουν ένα διάδρομο σύνδεσης με το παρελθόν, με μεταφέρουν σε μια δομή αισθήματος για την πόλη βαθιά ριζωμένη από τότε, ως βαθιά μνήμη/γνώση. Επαναλαμβάνω τους στίχους τραγουδιστά μία, δυο, τρεις φορές, βυθίζομαι στο ημίφως ενός μονόδρομου, πηγαινοέρχομαι μια διαδρομή που με ελευθέρωνε από κάτι αλλού και με δέσμευε με κάτι νέο τώρα ρουτίνα, επιστρέφω στη βιβλιοθήκη που κατασπάραξε την εφηβεία μου (και προς λάθος επάγγελμα), να και ο δρόμος για το φροντιστήριο, οδός «εισαγωγή στο πανεπιστήμιο», βαριά βήματα λιώνουν την άσφαλτο, παρηγοριά μια πρόσοψη αγαπημένου βιβλιοπωλείου, αριστερά ένα μπαρ που πλέον δεν υπάρχει, Μητροπόλεως, μετά Ολύμπιον, ραντεβού, το πρόσωπό της εκλείπει το θάμβος της Αριστοτέλους.
Επανέρχομαι από την ονειροπόληση. Μετά από σαράντα χρόνια μακριά της, το ποίημα/τραγούδι δεν μπορεί παρά να συναντήσει έναν άλλο εαυτό, αυτή τη φορά διασπορικό. Είναι αυτός ο εαυτός που τώρα τον προσκαλεί να συλλογισθεί τη σημασία των στίχων σε σχέση με τις «Ρίζες», να αμφισβητήσει ένα αφήγημα που o συμβατικός τρόπος που ενορχηστρώνεται τον περικυκλώνει ως παραδοσιακός χορός, αυτόν που στον κύκλο του ποτέ δεν συμμετείχε.
Δεν γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη, η πόλη δεν είναι η καταγωγή μου. Τη θεωρώ όμως αναπόσπαστο κομμάτι αυτού που τώρα αποκαλούμε ρίζες. Εδώ ερωτεύτηκα, εδώ περιπλανήθηκα απελευθερωμένος από τους ελέγχους της μικρής γενέτειρας πόλης (της προηγούμενης ρίζας), εδώ έπαιξα και απόλαυσα μπάσκετ, εδώ με τυράννησε το μεσαιωνικό εκπαιδευτικό σύστημα, με έπνιξε, εδώ με στένεψε ο διαχωρισμός «αρρένων και θηλέων», εδώ οι βιτρίνες των βιβλιοπωλείων, του Ραγιά, του Μόλχο, του Κεντρί με καλούσαν σε ένα χώρο που διακαώς επιθυμούσα να εισέλθω, τη συγγραφή, μα αδυνατούσα να συμμετάσχω στον κόσμο του.
Οι ρίζες της Θεσσαλονίκης δεν αιωρούνται μοναχικές, σαν εσωτερικά φαντάσματα. Παίρνουν το νόημα τους σε σχέση με τις προηγούμενες, του γενέθλιου τόπου, και αυτές τις ρίζες που επακόλουθα δημιουργήθηκαν, στη διασπορά, στην Αμερική. Οι τελευταίες προφανώς δεν είναι καταγωγικές, αλλά πνευματικές. Συμπεριλαμβάνουν μελέτες για τις ρίζες, οι οποίες σε συνδυασμό με βιωματικές εμπειρίες με προσανατόλισαν προς νέους τρόπους θεώρησης πέρα από απλοποιήσεις και εξιδανικεύσεις.
«Οι δρόμοι που αγάπησα και μίσησα» εκφράζουν μια αμφιθυμία την οποία μοιράζονται πλείστοι διασπορικοί για τις ρίζες τους. Μόλις αυτό το Σάββατο, στα ΝΕΑ, ο Βρασίδας Καραλής υπογραμμίζει την «αμφίθυμη σχέση που είχαν» και ο Ελία Καζάν και ο Τζον Κασσαβέτης «με την καταγωγή τους». Η αμφιθυμία μας οδηγεί να προσεγγίσουμε τις ρίζες πέρα από τη νοσταλγία, καλώντας να χαρτογραφήσουμε την πολυπλοκότητα των αισθημάτων, να εντοπίσουμε τις αντιφάσεις, να κατανοήσουμε την προέλευσή τους, να ιστορικοποιήσουμε τελικά τη σχέση του διασπορικού υποκειμένου με το παρελθόν του.
Πρόσθετα, οι ρίζες διασχίζονται από δρόμους, και κυριολεκτικά και μεταφορικά, που ένας μόνο κάποιους αγάπησε ενώ κάποιους άλλους μίσησε. Η κριτική ανάλυση εξερευνάει τη σχέση με τις ρίζες σε συγκεκριμένους τόπους/δρόμους – τι τους άγγιξε, τι τους εκδίωξε, πώς και γιατί. (1)
Οι ρίζες δεν αποτελούν ένα σταθερό σημείο καταγωγής, αλλά ένα παλίμψηστο «ριζών» οι οποίες δημιουργούνται μέσω διαδρομών στο χώρο και το χρόνο. Προσωπικά οι διαδρομές μου συμπεριλαμβάνουν την Ορεστιάδα, τη Θεσσαλονίκη, τη Λουϊζιάνα, το Οχάϊο, και αλλού. (και τη Μελβούρνη που μόνο προσωρινά επισκέφτηκα αλλά την αισθάνθηκα φαντασιακά σαν ρίζες.)
Οι ρίζες δεν αποτελούν ένα σταθερό σημείο νοήματος. Πρόκειται για ένα παλίμψηστο τα στρώματα του οποίου «συνομιλούν» μεταξύ τους διαδραστικά, το νόημα του ενός αποδίδεται μέσω της οπτικής των άλλων. Η σχέση μου με τις ρίζες στη συμπρωτεύουσα είναι αδύνατο να κατανοηθεί ανεξάρτητα από το βίωμα των «ριζών» στη γενέθλια πόλη. Δεν θα ήταν δυνατόν να αποδώσω τη σχέση μου με τους δρόμους της Θεσσαλονίκης και τις ρίζες γενικότερα με τον τρόπο που το κάνω εδώ χωρίς τις γνώσεις που απέκτησα στο χώρο των πνευματικών μου Αμερικανικών ριζών.
Από αυτήν τη θέση οι ρίζες δεν κατανοούνται χωρίς να λάβουμε υπ' όψη τις ρότες (routes) / διαδρομές του υποκειμένου που τις νοηματοδοτεί. (2) Με άλλα λόγια, Roots and Routes πάνε βόλτα μαζί.

Σημειώσεις:

1. Βλ. παρακάτω σύνδεσμο. Το κείμενο αναλύει το μυθιστόρημα του Θεόδωρου Γρηγοριάδη ζωή μεθόρια μέσα από το πρίσμα της μεθοριακής θεωρίας. Χαρτογραφεί τις φεμινιστικές πρακτικές της ηρωίδας με σκοπό να συνδέσει τη θεματική της μεθορίου, ενός κεντρικού θέματος του μυθιστορήματος, με το εξωκειμενικό θέμα της διασποράς. Η έκκεντρη σύνδεση μου επιτρέπει να προτείνω την επαναθέωρηση του αφηγήματος περί «διασποράς και ριζών» στην Ελλάδα πέρα από την ιδεολογία μιας ενιαίας διασπορικής ταυτότητας και ενός συμπαγούς καταγωγικού χώρου. https://marginalia.gr/.../oria-methorios-diaspora.../

2. Καλό θα ήταν, όσοι προωθούν το αφήγημα «Ρίζες» στην Ελλάδα να μελετήσουν το πόνημα του James Clifford για τις Ρότες. (υπάρχει βέβαια και σχετική ανάλυση σε σχέση με την ελληνοαμερικανική διασπορά, αν δεν το έχετε υπ' όψιν σας.)

Γιώργος Αναγνώστου
Ιούλιος 1, 2026