Showing posts with label Modern Greece. Show all posts
Showing posts with label Modern Greece. Show all posts

Saturday, February 25, 2012

Thursday, July 21, 2011

Representing Greek Americans in Greek Movies


Για λόγους αποκλειστικά επαγγελματικού καθήκοντος αναφέρομαι στις παρακάτω ταινείες που θα ενδιαφέρουν ερευνητές που ασχολούνται με την απεικόνιση των Ελληνοαμερικανών στην Ελληνική κοινωνία:


Ρόδα, Τσάντα και Κοπάνα, www.youtube.com/watch?v=spDJ6Ywxg3s

Friday, June 10, 2011

Διακίνησης Παιδικών Πληθυσμών κατά τον Εμφύλιο: Μια Ελληνοαμερικανική Διάσταση (GRAMUP 8)

Η διακίνηση παιδικών πληθυσμών κατά την διάρκεια του Ελληνικού εμφυλίου αποτελεί ένα πολυσυζητημένο ιστορικό θέμα, του οποίου η Ελληνο-Αμερικανική διάσταση έχει σχετικά παραμεληθεί από την Ελληνο-Αμερικανική ιστοριογραφία. Είναι λοιπόν έγκαιρο να παραθέσω κάποια σχετικά αποσπάσματα από το βιβλίο "Η καλοσύνη των ξένων: μια αληθινή ιστορία" του Πέτρου Τατσόπουλου (Μεταίχμιο, 2004) το οποίο αναφέρεται στο φλέγον θέμα:

«Η εμμονή της [βασίλισσας Φρειδερίκης] ήταν τα παιδιά. Γνώριζε από πολύ παλιά–από τον καιρό ίσως που ήταν η ίδια μέρος της ναζιστικής νεολαίας, πριν παντρευτεί τον Παύλο και κατηφορίσει προς θερμότερα κλίματα–πως όποιος κερδίζει τα παιδιά κερδίζει τον επόμενο γύρο, κερδίζει το μέλλον, κερδίζει τελικά το παιχνίδι....

Σχεδόν ταυτόχρονα η "Μεγάλη Επιτροπή του Εράνου" (το 1947), υπό την προεδρία της Φρειδερίκης, αποφασίζει τη δημιουργία της πρώτης παιδόπολης. ...

«"Ο έρανος των βορείων επαρχιών και οι παιδοπόλεις" επανέρχεται ο Κώστας Βαξεβάνης [στο Χαμένο γονίδιο, Ελληνικά Γράμματα, 2004 (perizitito.gr/product.php?productid=45213&page=1)] "ήταν μονάχα η φανερή κορυφή του παγόβουνου. Στο παρασκήνιο, η Φρειδερίκη συνεργάστηκε με υψηλά ιστάμενα στελέχη των ΑΧΕΠΑΝΣ στις Ηνωμένες Πολιτείες κι έστειλε έναντι αδρής αμοιβής, κυρίως σε ελληνοαμερικανικές οικογένειες της ανατολικής ακτής, περίπου οκτώ με δέκα χιλιάδες έκθετα παιδιά. Φουρνιές ορφανών, με ή χωρίς εισαγωγικά, επιβιβάζονταν στο 'Ολυμπιάς', στο 'Βασίλισα Φρειδερίκη' και σε άλλα υπερωκεάνια, ως επιστέγασμα νόμιμων, ημιπαράνομων ή κι εντελώς παράνομων υιοθεσιών. Άλλοτε ανακοίνωναν στη φυσική μητέρα ότι το παιδί της πέθανε αμέσως μετά τη γέννα, άλλοτε δεν την έβρισκαν ή δεν έψαχναν να τη βρουν για να πάρουν τη συγκατάθεσή της–είχε ανέβει στο βουνό ή είχε περάσει στην Αλβανία–, άλλοτε την είχαν φυλακίσει ή την είχαν στείλει εξορία οι ίδιοι και σε κάθε περίπτωση δεν ένιωθαν απέναντί της καμία δέσμευση. Η Φρειδερίκη τούς είχε λύσει τα χέρια. Είχε διακηρύξει με βασιλικό διάταγμα ότι οι εχθροί του έθνους ήταν ανάξιοι για ν' ασκούν καθήκοντα κηδεμόνα. Το διανοείσαι; Εάν οι γονείς σου είχαν προσχωρήσει-ασήμαντη διαφορά για τη Φρειδερίκη-στις γραμμές των ανταρτών, σε αντιμετώπιζαν αυτομάτως ως ορφανό πολέμου. Σε μάντρωναν στην παιδόπολη, σ΄ έστελναν πακέτο στην Αμερική. Σε έκαναν ό,τι ήθελαν με το αζημίωτο".

...

Παιδομάζωμα ή παιδοφύλαγμα όπως κι αν βαφτίστηκε η εκατέρωθεν συγκομιδή παιδιών, δεν έπαψε να δηλητηριάζει την ελληνική πολιτική ζωή για περισσότερα από πενήντα χρόνια. Ακόμα και η απόπειρα των Νέων σε δύο δόσεις, το καλοκαίρι του 2004 και το καλοκαίρι του 2005, ν' ανοίξουν ένα ψύχραιμο διάλογο μεταξύ των ιστορικών προσέκρουσε στις βαθειά ριζωμένες προκαταλήψεις και λίγο έλλειψε ν΄αναμοχλεύσει μισοσβησμένα διχαστικά πάθη. Η συντηρητική παράταξη, με κινηματογραφικά εξαμβλώματα τύπου Στα σύνορα της προδοσίας αλλά και με πιο απαιτητικές λογοτεχνικές καταθέσεις, σαν την περιώνυμη Ελένη του Νίκολας Γκέιτζ, επιμένει ότι την κρίσιμη τριετία, και φυσικά σε μικροκλίμακα, οι αντάρτες αντέγραψαν κι έβαλαν σ΄εφαρμογή τις πιο απεχθείς πρακτικές του οθωμανού δυνάστη.

...

Η διένεξη μεταφέρθηκε κι εκτός πατρίου εδάφους. Τον Μάιο του 2005, κατά την διάρκεια των Ελληνικών σεμιναρίων του πανεπιστημίου του Πρίνστον, στην πολιτεία του Νιου Τζέρσεϊ, η ολλανδέζα ανθρωπολόγος-ιστορικός Ρίκη Βαν Μπούσχοτεν, αναπληρώτρια καθηγήτρια του πανεπιστημίου Θεσσαλίας, πήρε μια καλή γεύση από το πως ακριβώς εννοούν οι συμπατριώτες μας τον ακαδημαϊκό διάλογο. Ο Αλέξανδρος Καζαμίας, επίκουρος καθηγητής πολιτικών επιστημών του Κόβεντρι, ήταν παρών εκείνη την ημέρα στο Πρίνστον: "Εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στα σεμινάρια αυτά κάμερες και δημοσιογράφοι της ομογενειακής εφημερίδας Εθνικός Κήρυξ, συνοδεύοντας στελέχη της 'Παμμακεδονικής Ένωσης' Αμερικής. Επικεφαλής τους ο Νίκολας Γκέιτζ, ο οποίος, αφού δοκίμασε να μονοπωλήσει τη συζήτηση προφασιζόμενος ότι 'ή οπτική μου είναι μοναδική', όταν διεκόπη, απεχώρησε επιδεικτικά καταγγέλοντας τους διοργανωτές πως 'αρνούνται το διάλογο΄. 'Ήταν οργανωμένο' είπε 'να μην αφήσουν κανέναν να να επικρίνει τη μέθοδο και τα συμπεράσματα των ομιλητών' [...]. Πίσω όμως απ΄ τις λαϊκίστικες διεκδικήσεις ενός διαλόγου που δήθεν τους στερούν οι συνωμοτικοί θεσμοί, μέλη της ίδιας ομάδας έκαναν παρασκηνιακά το παν για να αφαιρέσουν την ακαδημαϊκή ελευθερία της Βαν Μπούσχοτεν. Κλείνοντας την ομιλία της, ο διοργανωτής και διευθυντής του ελληνικού προγράμματος του Πρίνστον, Δημήτρης Γόντικας αποκάλυψε ότι 'τις δύο τελευταίες εβδομάδες δεχτήκαμε καταιγισμό ηλεκτρονικών μηνυμάτων, μέσω των οποίων ζητούνταν η ματαίωση της διαλέξεως' [...] Ήδη από τις 12 Μαρτίου, η αντιπρόεδρος της 'Παμμακεδονικής' Νίνα Γκατζούλη είχε κυκλοφορήσει επιστολή σε δίκτυο πανεπιστημιακών όπου έλεγε: 'Χάνουμε τις μάχες διότι κανείς δεν θέλει να αναμειχθεί... η ολλανδέζα καθηγήτρια που πληρώνεται από την ελληνική κυβέρνηση διδάσκει σκοπιανές θεωρίες'..."» (229–230, 232–235).


Tuesday, March 15, 2011

Greek America and the "New Global Soup of Kypseli"






Manolis Rasoulis in Memoriam


"Chara ston Ellina pou Ellhnoxehna
kai sto Sikago mesa noiothei lefteria"

www.youtube.com/watch?v=zz-JHUKClhY

Saturday, March 5, 2011

Journal of the Hellenic Diaspora Vol. 36 (1-2), 2010


Articles:


7“The Cinematic Gaze in Early Greek Cinema (1905-1945),” by Vrasidas Karalis
45“Demythologizing Greek American Families,” by Anna Karpathakis and Dan Georgakas
63“Greek Anti-Americanism and Its Implications for the Relations Between Greece and the Hellenic Diaspora in the United States,” by Yannis A. Stivachtis
99“The Greek Case: The Truman Doctrine and British Manipulation of the United States,” by Spero S.Z. Paravantes
129“Caught in the Meshes of Betrayal: The Fiction of Kostas Kotzias and the Unnamable Leader,” by Thomas Doulis
145“Kevin Andrews—An Appraisal,” by Anthony Papalas
163“Review: The Open Hearth: The First Generation: A Novel of Immigration: Thomas Doulis,” reviewed by Anastasia Stefanidou
167“Review: The Pure Lover: David Plante,” reviewed by Alfred Corn
170“Review: Passion Maps: Adrianne Kalfopoulou,” reviewed by Hilary Sideris

Friday, March 4, 2011

Songs of Xenitia From the Other Side



Υπεραστικοί - Νερό & Αλάτι - Ενα τραγούδι για τους 300 μετανάστες εργάτες απεργούς πείνας. Water & Salt - A song for 300 immigrants hunger strikers in Greece.

«...Για τους δικούς σου, από την ώρα που φεύγεις μετανάστης είσαι ήδη σαν νεκρός, στρώνουν κάθε βράδυ τραπέζι κι εσύ λείπεις. Τους είπα να με κλάψουν 40 μέρες, κι αυτό ήταν. Κι εμείς αν πεθάνουμε, θα κοιμόμαστε για πάντα ήσυχοι. Όμως, αυτοί που δε μας δίνουν μια σφραγίδα δε θα κοιμούνται ήσυχοι ποτέ. Θέλω να πω και μια κουβέντα στους Έλληνες φίλους που έκανα: μπήκατε στην καρδιά μου. Ζήσαμε ευτυχισμένοι. Και σε όλους αυτούς που μας φέρθηκαν άσχημα, μας έφαγαν λεφτά: σας τα χαρίζω, σαν να μην έχει γίνει τίποτα. Αντίο σας». Χασάν.
Ένας από τους 300 εργάτες μετανάστες απεργούς πείνας.

Νερό κι αλάτι

Σαράντα μέρες κλάψε με πατέρα,
ρημάξανε τον τόπο μας, θα φύγω.
Ανθρώπινη ζωή θα πάω να χτίσω,
τους φράχτες και τις νάρκες θ' αψηφήσω.
Στη φτώχεια που γεννήθηκα η ανάγκη με παιδεύει.
Αδιέξοδες οι μέρες μου κι οι νύχτες μου συντρίμμια.

Δουλέμποροι σταθήκανε μπροστά μου,
σε μαύρα σαπιοκάραβα με ρίξαν.
Με φόρτωμα της γης τους κολασμένους
στα άγρια τα πελάγη ξανοιχτήκαν.
Στο κύμα που λυσσομανά η ανάσα μας κομμένη,
να κρέμεται απ' το βλέμμα μας μια τόση δα ελπίδα.

Σε τούτα εδώ τα χώματα που ήρθα,
στ' αμπέλια, στις ελιές, μέσα στους κάμπους
αβγάτιζα το βιος του αφεντικού μου,
φωνή δεν είχα, μαύρη η δουλειά μου.
Κλεισμένος σ' εργοτάξια, θαμμένος σε υπόγεια,
να τρέφονται απ' τη σάρκα μου αχόρταγα θηρία.

Νερό κι αλάτι, 300 βράχοι
και λίγοι κόκκοι ζάχαρης, πριν με μετρήσει η ζυγαριά να αργοσβήνω, πολεμώντας.

Ο ιδρώτας μου κυλούσε μες στις πόλεις,
σε δρόμους, εργοστάσια, ναυπηγεία.
Τα χέρια μου πληγιάζαν στους χειμώνες
που μάτωνα για ξένα μεγαλεία.
Και στήριγμα στους γέροντες που απόβλητοι σωπαίναν.
Στο άδειο προσκεφάλι τους μια στάλα από φροντίδα.

Αυτοί που νόμιμα μ' απομυζούσαν
λαθραία ονομάσαν τη ζωή μου,
να ιδρώνω, να κοπιάζω, να παράγω,
μα δίκιο να μη βρίσκω στο κελί μου.
Και τρέμω τα τσιράκια τους που με παραφυλάνε.
Γυρεύω τα αδέρφια μου, τους ντόπιους τους εργάτες.

Νερό κι αλάτι, 300 βράχοι
και λίγοι κόκκοι ζάχαρης, πριν με μετρήσει η ζυγαριά να αργοσβήνω, πολεμώντας.

Ο θάνατος πια δε θα με τρομάξει,
πεθαίνω τώρα πλάι σε συντρόφους.
Πατρίδα μου είναι η σφιχτή γροθιά μου
κι ο αγώνας για της τάξης μου τα δίκια.
Ζωή να χτίσω πάλεψα κι αυτοί με πολεμάνε.
Αυτοί που όλο το μόχθο μας δικό τους τον κρατάνε.

Νερό κι αλάτι, 300 βράχοι
και λίγοι κόκκοι ζάχαρης, πριν με μετρήσει η ζυγαριά να αργοσβήνω, πολεμώντας.

Αντίο σας.

Αμπντούλ, Νορντίν, Αχμέντ, Χαμίντ, Χασάν. Εργάτη μετανάστη αδερφέ μου.
ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΟΙ 24/2/2011

Οι Υπεραστικοί συμμετέχουν στην συλλογικότητα εργαζομένων καλλιτεχνών "Τέχνη εν Κινήσει"

The Invisible Wall – Short on the Treatment of Illegal Immigrants in Agathonisi, Greece


Painful to watch, nauseating.


Punish those who abuse immigrants. Να τιμωρηθούν οι υπεύθυνοι.

Wednesday, March 2, 2011

Lamenting the Son who Died Abroad




Miroloi (Dirge)
Areti Angelidaki: vocals

"Recorded on 11 April 1954, this lament made up of rhymed distichs was composed by Areti Angelidaki, from the village of Yeryeri, for her son who died abroad":



Myron, how can I forget you, my son,
abroad where you remained, my off-
spring?
And you left me alone, my pride,
abandoned and in sorrow, my lion.

Myron, and I suffer, my garden,
because all around I keep looking for
you, my son.
Myron, where did you leave me, my
darling,
supine, a fortune, my lion?

Myron, where are we to look for you,
my son?
supine, my exile, my offspring.
Myron, rose in bloom, my beauty,
supine, love of my life, my hyacinth.

Flower of gold, my child,
my son whom I lost, my child.

– Lambros Liavas, pamphlet in the CD Grece: Chansons et dances populaires (1989)– collection Samuel Baud-Bovy (AIMP XII, Archives Internationales de Musique Populaire)
– Image: Book cover of Dangerous Voices: Women's Laments and Greek Literature by Gail Holst-Warhaft

Saturday, February 26, 2011

Παράνομοι και Παραβάτες!


Η μετατροπή της Ελλάδας σε χώρα υποδοχής μεταναστών έχει βάλει σε διεργασία μια τουλάχιστον απρόβλεπτη εξέλιξη: έχει προκαλέσει την αύξηση ενδιαφέροντος για το φαινόμενο της Ελληνικής μετανάστευσης.

Αυτή η συσχέτιση έχει πολλαπλά πολιτικά κίνητρα. Θα αναφερθώ σε ένα: Διανοούμενοι, ακαδημαϊκοί, και δημοσιογράφοι τονίζουν τις διακρίσεις που υπέστησαν στο παρελθόν οι Έλληνες μετανάστες με σκοπό να καταπολεμήσουν το αντι-μεταναστευτικό ρεύμα στην Ελλάδα. Η ιδέα εδώ είναι διδακτικά αποτρεπτική: Ας μην υποβάλλουμε σε άλλους τις ταπεινωτικές συμπεριφορές που εμείς στο παρελθόν υποστήκαμε, μας τονίζει, και που τόσο μας κόστισαν. Ο στόχος είναι να αναπτυχθούν αισθήματα συμπόνοιας και αλληλεγγύης με βάση την κοινή εμπειρία του ξενιτεμένου. (για μια αποτίμηση της στρατηγικής αυτής δέστε ένα προηγούμενο σχόλιο μου, immigrations-ethnicities-racial.blogspot.com/2010/04/quotations-antiracism-i.html)

Δεν είναι λίγες οι φορές όμως που οι πολίτες αντιπαραθέτουν την εικόνα του πετυχημένου, ηθικά καλού, και νομιμόφρονα 'Ελληνα μετανάστη με την εικόνα του παράνομου, αχάριστου, και εγκληματία ξένου μετανάστη, ώστε να στιγματίσουν τον τελευταίο.

Μήπως όμως αυτή η αναπαράσταση του ΄Ελληνα έχει εξωραϊστεί από την επίσημη ιστοριογραφία; Δύο πρόσφατες δημοσιεύσεις στην εφημερίδα Τα Νεα παρεμβαίνουν σε αυτήν την συζήτηση, φέρνοντας στο φως ιστορικά στοιχεία που καταγράφουν ξεχασμένες (καταπιεσμένες;) διαστάσεις της Ελληνικής μετανάστευσης. Ο συγγραφέας των, Γιάννης Η. Χάρης, δεν διστάζει να αναφερθεί στο γεγονός ότι δεν της έλλειψαν το παράνομο και παραβατικό στοιχείο, το οποίο και τονίζει. Η αξία μιας μη-κανονιστικής και πολυφασματικής ιστοριογραφίας αποδεικνύεται εδώ αναμφισβήτητα χρήσιμη στην υπηρεσία μιας συγκεκριμένης πολιτικής θέσης.

«Λαθραίοι, απειλητικοί και απόβλητοι»:

www.tanea.gr/default.asp?pid=30&ct=19&artid=4617986&enthDate=12022011

«και παραβατικοί»:


Thursday, January 20, 2011

«Το Έθνος Πέρα των Συνόρων» – Επιστημονικό Εργαστήριο


Επιστημονικό Εργαστήριο

Αθήνα 3-4 Ιουνίου 2011

Το έθνος πέραν των συνόρων:

«Ομογενειακές» πολιτικές του ελληνικού κράτους


Οργανωτική Επιτροπή:


Λίνα Βεντούρα (Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου)

Λάμπρος Μπαλτσιώτης (Συνήγορος του Πολίτη)

Δημήτρης Χριστόπουλος (Πάντειο Πανεπιστήμιο)


Πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος


Στην εποχή μας επαναπροσδιορίζονται τα όρια της κυριαρχίας των κρατών με την αναθεώρηση του χωρισμού ανάμεσα στις σφαίρες δικαιοδοσίας και νόμιμης δράσης, ανάμεσα στο εσωτερικό και το εξωτερικό, και με το μετασχηματισμό της σχέσης εξουσίας, πληθυσμού και εδάφους. Τα κράτη επανεξετάζουν τις σχέσεις τους με τους «ομοεθνείς» πληθυσμούς που ζουν σε άλλες επικράτειες, καλλιεργώντας ποικιλοτρόπως τους υλικούς ή συναισθηματικούς δεσμούς τους με την πραγματική ή φαντασιακή πατρίδα των ιδίων ή των προγόνων τους και μεταβάλλουν, μεταξύ άλλων, τον ορισμό του έθνους και τα κριτήρια συμμετοχής στην πολιτική κοινότητα. Οι κρατικοί μηχανισμοί παρεμβαίνουν δραστικά στην ονοματοθέτηση «διασπορών», «ομογενών», ή «παγκοσμιοποιημένων εθνών», αλλά και στον εκ νέου καθορισμό των κριτηρίων και των τρόπων του ανήκειν στο «διεθνικό έθνος» (trans-nation) καθώς και στην καλλιέργεια «διασπορικών» δεσμών.

Παράλληλα, στο χώρο των κοινωνικών επιστημών, παρατηρούμε μια μεταστροφή του βλέμματος από το εθνικό στο πλανητικό επίπεδο και μια αμφισβήτηση της αυτόματης, ακόμα και σήμερα, προσάρτησης των όρων κοινωνία, κουλτούρα ή ταυτότητα δίπλα στα ονόματα των εθνών-κρατών. Στο πλαίσιο αναλύσεων για τον εθνικισμό, το έθνος-κράτος και τις μειονότητες, ερευνήθηκαν οι πολιτικές των κρατών έναντι των «ομοεθνοτικών» ομάδων σε όμορα κράτη, ενώ το επίκεντρο των ενδιαφερόντων πολλών επιστημόνων που ασχολούνται με τη μετανάστευση μετατοπίστηκε από τις σχέσεις που αναπτύσσονται στο εσωτερικό του κράτους υποδοχής προς αυτές που υπερβαίνουν τα σύνορά του για να αγκαλιάσουν και την χώρα καταγωγής. Αμφισβητήθηκε ο αυστηρός διαχωρισμός αποδημίας/εισροής μεταναστών, η τελεολογία της αφομοίωσης και η οριστική διακοπή των σχέσεων των απόδημων με τη χώρα καταγωγής.

Σήμερα προτείνεται η ανάπτυξη διαλόγου ανάμεσα σε όσους διερευνούν τις «ομογενειακές» πολιτικές των κρατών είτε πρόκειται για διασπορικές ομάδες είτε για «ομοεθνοτικές» μειονότητες που ζουν σε άλλα κράτη. Εξετάζονται οι τρόποι με τους οποίους τα κράτη επηρεάζουν το αίσθημα του ανήκειν πληθυσμών που ζουν εκτός της επικράτειάς τους, ο ρόλος τους στην διαμόρφωση υπερ-κρατικών εθνοτικών δεσμών και διεθνικών ομάδων. Μελετώνται οι στρατηγικές ελέγχου των φυσικών και συμβολικών ορίων, η διαμόρφωση κριτηρίων περίκλεισης και αποκλεισμού, οι τρόποι προαγωγής ορισμών της εθνικής κοινότητας που υπερβαίνουν τα σύνορα.

Η ιστορική μελέτη των αλλαγών που συντελούνται στις συναφείς ελληνικές κρατικές πολιτικές διαχρονικά, η ανάλυση των λόγων που τις θρέφουν ή τις νομιμοποιούν καθώς και των παραγόντων που τις επηρεάζουν και ο εντοπισμός των στόχων τους, θα αποτελέσει το αντικείμενο αυτού του εργαστηρίου/σεμιναρίου. Το εργαστήριο θα εστιάσει στις στρατηγικές αντιμετώπισης εξωεδαφικών πληθυσμών ως διακριτές ομάδες, με συναισθηματικούς δεσμούς και αίσθημα αφοσίωσης στην «πατρίδα», του ελληνικού κράτους και στις διακυμάνσεις τους στο χρόνο. Θα εξετάσει πώς ορίζει τις «ήδη υπάρχουσες», «αυτονόητες», «αιώνιες» σχέσεις και πώς αλλάζουν οι ορισμοί αυτοί, ποιους πληθυσμούς επιλέγει σε κάθε ιστορική συγκυρία να εντάξει στο έθνος και ποιους να αποκλείσει κατά τους δυο αιώνες της ύπαρξής του. Θα εντάξει το ελληνικό παράδειγμα στο βαλκανικό, ευρωπαϊκό και παγκόσμιο περιβάλλον συνδέοντάς το με τις μεταμορφώσεις του ίδιου του εθνικισμού, των κρατικών δομών και λειτουργιών και του ρόλου του έθνους-κράτους στο χρόνο.

Θα προκριθούν ανακοινώσεις που μελετούν ιστορικά:

- τις πολιτικές του ελληνικού κράτους απέναντι στην αποδημία/εκροή πληθυσμών, τους απόδημους και τις μεταναστευτικές κοινότητες.

- τις πολιτικές του ελληνικού κράτους έναντι των γειτονικών μειονοτικών ομάδων αλλά και απόμακρων στο χώρο «ομογενών».

- τη σχέση των πολιτικών έναντι των «διασπορικών» και «ομογενειακών» ομάδων.

- την επιλογή και τον ορισμό των χρησιμοποιούμενων όρων/εννοιών, όπως της ομογένειας, των μεταναστευτικών κοινοτήτων, της διασποράς, του απόδημου ή απανταχού Ελληνισμού, τη μεταβαλλόμενη χρήση και σημασία τους.

- σε ποιους εξωεδαφικούς πληθυσμούς επικεντρώνονται οι κρατικές πολιτικές σε κάθε συγκυρία και γιατί.

- το ρόλο του κράτους στην ανάπτυξη και διαιώνιση δεσμών, στη διαμόρφωση του αισθήματος του ανήκειν εξωεδαφικών πληθυσμών.

- το ρόλο του κράτους στη διαμόρφωση της εθνοτικής ή εθνικής ομοιότητας και αλληλεγγύης: οι γλωσσικές, θρησκευτικές και πολιτισμικές πολιτικές.

- τα ποικίλα νοήματα που απέδωσε το ελληνικό κράτος στην έννοια της «ελληνικότητας» και σε αυτήν της «πατρίδας».

- το ρόλο των απογραφών, της στατιστικής και των χαρτών

- τους εκάστοτε θεσμούς που διαμόρφωσε ή κινητοποίησε το ελληνικό κράτος για την χάραξη ή εφαρμογή των επιλογών του: νομοθεσία, κώδικες ιθαγένειας, εγκύκλιοι περί στρατιωτικής θητείας, προξενεία, σχολεία, εμπορικά επιμελητήρια, κίνητρα για αποστολή εμβασμάτων ή επενδύσεις κ.λπ.

- τη σχέση των αλυτρωτικών πολιτικών με τις πληθυσμιακές μετακινήσεις.

- το ζήτημα της προσέλκυσης στο ελληνικό έδαφος «ομογενών» και της «παλιννόστησης».

- τη σύνδεση των μεταβολών στις σχέσεις ελληνικού κράτους - «ομογενών» με τους συνολικότερους μετασχηματισμούς στην ισχύ των εθνικών κρατών, στις διεθνείς σχέσεις, στην οικονομία, την τεχνολογία και την επικοινωνία καθώς και στην πυκνότητα, την ταχύτητα, το περιεχόμενο και το κύρος των πολιτισμικών ροών.

Καλούμε τους ενδιαφερόμενους να στείλουν περιλήψεις (έως 300 λέξεις) των προτεινόμενων ανακοινώσεων ως τις 28 Φεβρουαρίου 2011 στις εξής ηλεκτρονικές διευθύνσεις:


venturas@otenet.gr

balts@otenet.gr

balts@synigoros.gr


Η Οργανωτική Επιτροπή θα απαντήσει στους ενδιαφερόμενους μέχρι τις 20 Μαρτίου 2011.


Σημειώνουμε ότι στόχος του Εργαστηρίου είναι η ανταλλαγή απόψεων και η συζήτηση, απαιτείται επομένως η ενεργός συμμετοχή σε όλη τη διάρκεια των εργασιών.


- Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού - Μνήμων

- Κέντρο Έρευνας Μειονοτικών Ομάδων

- Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών:

Κοινωνικές Διακρίσεις, Μετανάστευση, Ιδιότητα του Πολίτη

Τμήμα Κοινωνικής και Εκπαιδευτικής Πολιτικής

Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου

Tuesday, January 11, 2011

"A New Wave Greek-American Looking for a Scene in Greece"


It turns out that the ancestral village and folk roots are not the sole destination of Greek Americans "returning" to Greece: kourelis.blogspot.com

Saturday, November 13, 2010

Greek American Women in Greece: Family History and the Quest for Roots


A Review of Catherine Temma Davidson's “The Priest Fainted: A Novel” (Henry Holt and Company, 1998) – By Yiorgos Anagnostou


In “The Priest Fainted,” Catherine Temma Davidson tells the stories of three women in a Greek-American family, the grandmother, mother, and daughter. We enter the plot of their lives through the perspective of the latter, a third-generation American ethnic of Greek and Jewish ancestry. The narrator interweaves stories about her own quest for roots in Greece with stories about her mother – a Greek New Yorker who eventually relocates to California – and her maternal grandmother, an immigrant whom the narrator never met yet with whom she holds an imaginary dialogue throughout the novel. The protagonist pieces together fragments of family history, offering insights on how and why she finds meaning in ethnicity.

Two parallel events organize the novel, whose primary female protagonists remain anonymous. The first event takes place in the 1950s, when the mother’s college career is brutally interrupted by McCarthyism. Her horizons narrowed by tight family finances, she escapes her impasse when she joins a wealthy friend in her relocation to Greece. Once in the country, she yields to the pull of the ancestral village, visiting with relatives. But she also participates in a different kind of social world. Residence in her friend’s exclusive enclave offers her a voyeuristic taste of the privileged life of wealthy, cosmopolitan Athenians.

Three decades later, the daughter visits Greece. As an Ivy-League college student first and a learned traveler later, she sets to explore a society that once shaped the women in her family. Leaving behind her Beverly Hills milieu she enters the social world of ancestral villages and towns where her relatives live. Not unlike her mother, she immerses herself in Athenian cosmopolitanism, this time inhabited by foreign models, American expatriates, and a repatriated, abusive Greek American lover.

The narrative interweaves the women’s lives, illustrating generational continuities and discontinuities. The forces pulling the generations apart are easy to identify. Dramatic class mobility propels the ethnic family away from the economic anguish of its immigrant past, landing the daughter “in the lap of luxury,” as the New York Times’ review of the novel puts it. At the same time, assimilation creates new tastes, rendering a host of old-world traditions irrelevant, even repulsive. The narrator rebels against certain ethnic practices such as attending Greek language school while she experiences others as fundamentally alien. “To eat a Greek ‘magiritsa’ is like poking through a corpse trussed up with onions,” the narrator lets out. “Was it any wonder that when it came to eating the real ‘magiritsa’ I gagged?” Immigrant food ways are unpalatable here, erecting a barrier to the third generation’s quest for roots.


But certain connections persist, meandering their way through the bulk of layers of discontinuities. Take for example the power of the immigrant language to animate the presence of the grandmother, nurturing intergenerational links. “I can fall into the rhythm of this speech and believe I understand the meaning of the words,” the narrator lets out. “Almost, almost, I am about to break into the blue world of the old language. I can feel my grandmother rising up in me, a perfect wave.” Yet the narrator does not always embrace the ancestral language. Early on in her life, she accepts with relief the option offered by the parents not to attend Saturday language classes, which interfered with weekend leisure.


Through formal study in college and immersion in the language, the narrator eventually develops an astute appreciation of the value and poeticity of Greek. Her appraisal of the sounds, flow, and subtleties of the language is lyrically sensuous and intimately affectionate: “(My mother’s) mouth takes the names of her aunts and turns them into endearments, flowing into their language … She has deep bells in her vowels; consonants form round roofs in her mouth. The sentences wash together with the thick fluidity of olive oil or honey”. Or, “The words in Greek sound even more lovely than in English: ‘Glyka,’ ‘Glykoula.’ Sweet, Little Sweet One, does not convey the taste in the mouth of … the sticky rind of melon marinated in sugar that the Greek words evoke.” Significantly, in a thread unexplored in the novel, it is Greek poetry that continues to offer a source of connection with Greek culture once the narrator’s quest for belonging in Greece shatters into emptiness.


With an equally sensual delight, the narrator attends to another line of continuity, one associated with the transmission of food habits in the family. In this route, time-tested recipes travel through generations of women and across geographical spaces, in the diaspora. “Throughout the Levant,” she writes, “on any given day, the aroma of ‘imam’ rises, a scent of onion, and oil, garlic and tomato.” Stories surrounding these recipes posses the dreamy quality of half-fact, half-legend; but their message is unambiguously clear. In the narrator’s family, “Imam Baildi” means “The Priest Fainted.” “Perhaps the priest was given a bite of bitter and sweet pleasure, and the power of everything behind the dish pushed him off his rock (where he was mediating), just for a moment.” Women are aware of the immense power food possesses to stir the senses; families attach creative nicknames to these recipes accordingly.


In exploring the social significance of ethnic food, the narrator turns, for a rare moment, into a staunch defender of the ways of the past; she advocates the tradition that recipes are best transmitted orally, taught through example. Listen to the undercurrent of assertiveness in the following string of sentences: “Recipes are passed hand to hand, mother to daughter. Girls helping their mothers to prepare simple meals acquire an unspoken knowledge in their palms and fingers.” “My mother’s … thump after rolling grapes is crisscrossed with calluses that withstand the brine.” “Looking at my own hands, (I see that) the skin along the fingers is starting to pucker and go tough.” Additional passages in the novel remarkably evoke how the modern tendency of writing down recipes represents a convenient shortcut that violates the ethos of communal food preparation, irreparably damaging ties across generations of women.


For the narrator, full immersion in the making of ethnic food earns her cultural knowledge while forging intergenerational links. In this kind of activity, smells, touches, scars, memories, and images leave inedible marks in her body. Ethnicity experienced in this manner – family members coalescing around a shared practice that engages all the senses – is deeply felt and remembered. Tacitly, the narrator offers a template, a sort of cultural lesson, to those readers who search for ways of transmitting ethnicity to their children.


The paths tracing the narrator’s connections with food and language crisscross within a larger route, the narrator’s quest for roots in Greece. This journey underlines the depth of the longing to connect with the places and people associated with family history. But the seemingly irresistible urge that initially pulled the narrator to Greece gradually loosens its grip; it eventually dissipates as the quest for roots leads the narrator to places where it is cultural distance that she experiences, not the desired connection. The longed-for union with the family’s origins remains unfulfilled; the quest for a home in the ancestral past remains elusive. Ultimately, the deep thirst for roots turns into profound alienation. The narrator ends up setting in motion a biting cultural critique, particularly of Greek patriarchy, eventually leaving Greece. Not unlike her experience with the “magiritsa,” the yearning for full belonging via roots will never materialize.


What is then the significance of the past for the narrator? I will only trace a single trail along these lines, one that intersects with the novel’s feminist dimension: the narrator’s resentful accusation that Greek official histories as well as mythology exclude, silence or misrepresent women. The author has a score to settle in particular with Greek ancient mythology, which, as she poignantly charges, portrays women as passive and weak.


The narrator ventures to rewrite the myths in order to correct their misplaced representations. In her retelling, the versions portray women as strong, wise and powerful, mutually supportive and independent. In this respect, she invents an ethnic past that women can use as a model to empower themselves and craft their own life trajectories. Hence her motto, “Every woman needs a story.” Positive stories about the past offer a tapestry upon which women may draw to weave their own stories of personal fulfillment.


If the reader wonders why the narrator allows herself to be subjected to an abusive sexual relationship, it will help to recall the narrator’s view of her story as a deliberate construction, not a reality in itself. One could attribute a didactic purpose in the recounting of this experience, in all its shocking details. The lesson to be learned may have to do with the profound power of erotic desire to reconcile itself to the exercise of male abuse. The narrator underlines the vital need to overcome such passion though her telling of this process remains on the surface. Once it is read against the narrator’s references to Greek mythology, the traumatic affair cautions women about the dangers of certain relationships, urging alertness against oppression.


“The Priest Fainted” may dazzle readers with its insights and richness of language. In a novel where the narrator stresses the power of stories to shape identity, the author invests in the craft of writing accordingly. But this book may equally irritate and annoy for the superficial treatment of many of its insights. There are simply too many threads, too many trails that are only touched on the surface, fleetingly mentioned, trivially engaged with, and then forgotten; their possible interrelations remain suspended, unexplored. How does, for instance, the narrator’s ability to discern distinct American and Greek views of history entangle with her quest for identity? The fact that the novel consciously organizes itself around loosely connected fragments; and the narrator’s position that knowledge of the past is fundamentally incomplete, should not grant the license for convenient narrative closures, and the reduction of serious issues to glittering aphorisms.


Enter the book and be prepared for additional challenges. The telling of the story may disorient some readers. To be sure, the memoir-like aspect of the novel will anchor your reading experience. Structured as a series of poetic entries in a diary, parts of the narrative are crisply clear. But lucidity works alongside with ways of telling that may exceed a reader’s comfort level. A mere couple of pages into the novel, you will find yourself in a shifting literary universe. The narrative is laced with abstract metaphors, often fired up in rapid succession. Buckle up for additional challenges. As the novel lacks linear plot, you will have to meander through a narrative that moves back and forth through time and across space. Be ready to stretch your reading alertness in order to connect the various narrative fragments.


As this novel encourages women to fashion lives of their own making, it will no doubt earn the praise of some feminists for its agenda to empower women. Yet the narrator’s brand of feminism may unsettle feminists of a different persuasion. In weaving a story of self-liberation, the narrator haunts Athenian “clubs favored by models,” hunting, as she puts it, in places where good looks and sexuality earn women free drinks and flirtatious partners. Is this a kind of female empowerment, as some have argued, or is it untroubled conformity to the rules of the beauty and desire industry?


One must also attend to the novel’s undercurrents of silence. Unexplored remains the thread of the grandmother’s political activism, tantalizingly evoked: “My mother says she still has her mother’s union card; she promises to send it to me. … (a) promise unfulfilled.” It is hard to miss the explosive silence clothing this trail. The narrator’s search for roots does not include the interest to excavate the story connecting the grandmother with labor struggles. Her quest for roots centers on the display and overcoming of personal wounds, not the telling of economic abuses, past and present. Clearly, the agenda of self-empowerment does not include attention to the wider social structure. The grandmother’s participation in the labor movement cannot possibly square with the daughter’s passion for self-discovery in Athenian expatriate hubs, the ancestral village, and the Greek islands. To recover the dramas of working-class immigrants as well as alternative cultural connections one must look elsewhere.


[Note: This review was originally published in The National Herald, Book Supplement, December 20, 2008: 20–21.]